Η οικονομική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά την περίοδο 1928–1932

Νίκος Χριστοδουλάκης

Ομότιμος Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υπουργός και Επικεφαλής του Ινστιτούτου InSocial

Η Οικονομική Πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά την περίοδο 1928-1932

(απομαγνητοφώνηση της ομιλίας)

Ολόκληρη η εκδήλωση σε βίντεο:

https://www.youtube.com/watch?v=XbzOez_rTjU&t=1702s

Διάλεξη στο Ιδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου και τη Λέσχη Φιλελευθέρων, 7.5.2026. Παρεμβάσεις από τους κ.κ. Γιώργο Παπούλια και Γιάννη Χατζηαντωνίου. Συντονισμός από τον Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη

Η οικονομική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά την περίοδο 1928–1932

Θέλω να ξεκινήσω την παρουσίαση, ευχαριστώντας τη Λέσχη των Φιλελευθέρων και το Ίδρυμα Βενιζέλου, για την τιμητική πρόσκληση την οποία μου έκανε και με την ευκαιρία αυτή να χαιρετήσω τον Πρόεδρο της Λέσχης και τον επικεφαλής του Ιδρύματος.

Διότι, δεν είναι μόνο το θέμα της ομιλίας το οποίο είναι τόσο ελκυστικό και ενδιαφέρον, αλλά θέλω να σας ομολογήσω ότι και ο χώρος μόνος του, εμπνέει ένα δέος ιστορικό και συμβολικό, το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό να το νιώσει κανείς.

Θέλω επίσης να σας πω ότι με την ευκαιρία αυτής της εκδήλωσης, έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε την καθιέρωση μιας τακτικής συνεργασίας μεταξύ των δύο ιδρυμάτων, η οποία προφανώς θα αρχίσει να υλοποιείται από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, πάνω σε θέματα ιστορίας κυρίως, και οικονομίας, έτσι ώστε να μας δοθεί η ευκαιρία να εμβαθύνουμε σε μία σειρά από ζητήματα, τα οποία πολλές φορές, είτε έχουν μείνει στην αχλή της ιστορικής αφήγησης είτε παραμένουν ακόμα άγνωστα στο ευρύ κοινό, αλλά παρόλα αυτά επηρεάζουν πολύ και τις αποφάσεις και τις τρέχουσες εξελίξεις με έναν τρόπο που δεν γνωρίζουμε πάντα. Προσβλέπουμε σε αυτή τη συνεργασία και πιστεύω ότι θα αποδώσει με την παρουσία και τη συμμετοχή των εκλεκτών ακροατών όπως σήμερα.

Ξεκινώντας την παρουσίαση, θέλω να σας πω ότι θα χρησιμοποιήσω ορισμένα διαγράμματα και διαφάνειες για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι πιστεύω ότι στα οικονομικά δεν μπορεί κανείς να μιλάει απέξω, όχι μόνο διότι αυτό δεν είναι θέμα ευγλωττίας του καθένα, αλλά διότι έχει την υποχρέωση να δείχνει τι πραγματικά συμβαίνει και να δίνει τη δυνατότητα σε αυτόν που τα ακούει να τσεκάρει και να συγκρίνει. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η οικονομική πολιτική της περιόδου Βενιζέλου ήταν τόσο πολυσχιδής και τα πεπραγμένα ήταν τόσα πολλά που πρέπει κάπως να συγκροτηθούν σε μία οργανωμένη παρουσίαση, διότι αλλιώς μπορεί να χαθεί κανείς σε ένα μεγάλο πλήθος παρεμβάσεων, χωρίς ιεραρχήσεις και χωρίς να κατανοήσει το στρατηγικό βάθος των εκάστοτε πρωτοβουλιών. Έτσι, λοιπόν θα υπομείνετε λίγο αυτές τις διαφάνειες, οι οποίες ελπίζω στο τέλος να αποδειχθούν υποβοηθητικές και χρήσιμες.

Ακούσαμε προηγουμένως πολλά για την πολιτική την οποία ακολούθησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αυτό το οποίο εγώ θα ήθελα να θέσω ως ερώτημα, ξεκινώντας τη δική μου παρουσίαση, είναι γιατί άραγε τα έκανε όλα αυτά ο Βενιζέλος; Δηλαδή, εντάξει, ίδρυσε τράπεζες, έφτιαξε υποδομές, έκανε το φράγμα του Μαραθώνα, έκανε το ένα, έκανε το άλλο πολλά πράγματα και έργα. Τι ήταν όμως κυρίαρχο μέσα στο μυαλό του όταν τα έκανε αυτά; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα το οποίο διατρέχει την παρουσίαση και σε αυτό θα επιχειρήσω να απαντήσω. Για να απαντήσω θα αναφερθώ προφανώς στους βασικούς άξονες της οικονομικής πολιτικής, στα αποτελέσματα τα οποία είχε αυτή η πολιτική, και μετά θα κάνω μερικές αναφορές και θα σκιαγραφήσω μερικά διδάγματα τα οποία πιθανόν να μας είναι χρήσιμα για το σήμερα, όπως άλλωστε γίνεται σε όλες τις ιστορικές διαλέξεις, τις ακούμε τις μελετάμε για να μάθουμε και κάτι το οποίο θα είναι χρήσιμο σήμερα.

Το βασικό όμως είναι το εξής, γιατί τα έκανε αυτά ο Βενιζέλος; Αυτό το οποίο θεωρώ είναι ότι στο μυαλό του Βενιζέλου και πιο πριν, αλλά κυρίως τότε, στη δεκαετία του 1920, ήταν το πώς θα επαναφέρει τη χώρα σε ένα ηγεμονικό γεωπολιτικό ρόλο. Διότι στα μέσα και στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν σε μία κατάσταση ήττας, ενδεχομένως και χλεύης.

Μέσα σε μία δεκαετία, από εκεί που η Ελλάδα ήταν ο πολύτιμος σύμμαχος των Μεγάλων Δυνάμεων και ουσιαστικά διαφέντευε την πορεία της ευρύτερης περιοχής, συμμετείχε στις υψηλότερες δυνατές διεθνείς επαφές και διαπραγματεύσεις, ….ξαφνικά βρέθηκε να είναι παραγκωνισμένη και ηττημένη. Αντιλαμβανόμενος ο Βενιζέλος τις διεργασίες, οι οποίες λάμβαναν χώρα στο ευρωπαϊκό και το διεθνές γίγνεσθαι, καταλάβαινε ότι ακόμα υπάρχει ένα πολύ δυναμικό πλεονέκτημαγια την Ελλάδα, το οποίο μπορεί να ξαναδώσει στην χώρα το χαμένο της γόητρο.

Και πιστεύω ότι έχοντας μία επίγνωση του τι επίκειτο να συμβεί, όπως και απεδείχθη άλλωστε λίγο αργότερα, είχε την αίσθηση ότι πρέπει να τρέξει να προλάβει. Να μπει με έναν δυναμικό τρόπο στις συντελούμενες διεργασίες της ευρωπαϊκής ηπείρου. Για να το κάνει αυτό μία χώρα, ιδιαίτερα με τα προβλήματα τα οποία κουβαλούσε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά εν μέρει και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έπρεπε πρώτα να κλείσει τα μέτωπα, για να μπορέσει μετά να βγει προς τα έξω.

Και ποια ήταν τα μέτωπα τα οποία είχαν μείνει ανοικτά και παραμόνευαν να υπονομεύσουν αυτή την πορεία της χώρας; Πρώτα απ’ όλα ήταν το μέτωπο με την Τουρκία, το οποίο δεν είχε κλείσει πλήρως με τις συμφωνίες και ο Βενιζέλος, με αρκετά μεγάλη τόλμη, αποφάσισε να προσέλθει σε διαπραγμάτευση και συμφωνία με την τουρκική ηγεσία της εποχής εκείνης. Το δεύτερο ήταν η διαπραγμάτευση των χρεών με τις πιστώτριες χώρες, οι οποίες επίσης είχαν πολλές απαιτήσεις έναντι της Ελλάδος και θα δυσκόλευαν εξαιρετικά τη σύναψη νέων δανείων, τα οποία θα χρειαζόταν μετά για να κάνει την ανοικοδόμηση. Το τρίτο φυσικά και το κυρίως αντικείμενο της σημερινής παρουσίασης ήταν η ανασυγκρότηση της χώρας, διότι μία χώρα η οποία θα ήταν οικονομικά αδύναμη, κοινωνικά διαλυμένη και ιδεολογικοπολιτικά ασύντακτη και αποπροσανατολισμένη, δεν θα είχε καμία τύχη να διαμορφώσει και πολύ περισσότερο να επιβάλλει μία νέα πολιτική στο διεθνές στερέωμα.

Έτσι, με αυτά, ο Βενιζέλος πίστευε ότι εάν πετύχαινε, θα κατάφερνε να επανασυνδεθεί με το διεθνές σύστημα, πράγμα το οποίο αποτελούσε τον διακαή του πόθο όχι μόνο στη δεκαετία του 1920, αλλά πιστεύω και από τότε που ξεκίνησε να ασχολείται με τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος, για να μην πω και της Κρήτης. Διότι πάντα είχε αυτή τη διάσταση στις αποφάσεις του, δηλαδή πίστευε διακαώς ότι πρώτα η Ελλάδα θα έχει πρόσωπο στον κόσμο και μέσω αυτού του προσώπου που θα έχει στο διεθνές στερέωμα θα φτιάξουμε και τα εσωτερικά μας, τα οποία προφανώς θα πρέπει να είναι ισχυρά, αξιόπιστα και ούτω καθεξής, έτσι ώστε η παραμονή μας στο διεθνές στερέωμα να είναι αξιόπιστη και να ενισχύεται περαιτέρω. Καλό θα είναι σε αυτό το σημείο να έχουμε μία εικόνα, συνοπτική βέβαια, για την κατάσταση η οποία επικρατούσε την περίοδο εκείνη πανευρωπαϊκά και στη χώρα μας. Με μία λέξη, ήταν όλα άνω-κάτω. Και η Ευρώπη αλλά, όπως θα δούμε, και η Ελλάδα περνούσαν μείζονες κρίσεις και ανακατατάξεις. Η Ευρώπη μόλις συνερχόταν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και όλες οι χώρες οι οποίες είχαν συμμετάσχει κατατρύχοντο από υπερβολικό πληθωρισμό και τεράστια χρέη λόγω των μεγάλων δαπανών που είχαν κάνει για την πολεμική τους προετοιμασία.

Ο πληθωρισμός διέλυε τα νομίσματα και ίσως έχετε δει εικόνες που είχε οδηγήσει: αν μου επιτρέπετε η έκφραση, όλα τα νομίσματα είχαν γίνει «τούβλα», δηλαδή πήγαινε κάποιος με τεράστια δέματα από υποτιμημένα νομίσματα για να αγοράσει ψωμί, βιβλία και ούτω καθεξής. Για αυτό λοιπόν γίνεται το 1922 η περίφημη Διάσκεψη της Γένοβας, στην οποία τα κράτη συμφωνούν να επανέλθουν στον Κανόνα Χρυσού-Συναλλάγματος, όχι ακριβώς τον ίδιο που ίσχυε προπολεμικά, αλλά εν πάση περιπτώσει παρεμφερή, και έτσι να σταθεροποιήσουν τα νομίσματά τους για να μπουν σε μία οικονομική λογική που θα τους έβγαζε από τον πληθωρισμό. Η Γερμανία δεν τα καταφέρνει σε αυτή την προσπάθεια και το 1923 μπαίνει σε μία μεγάλη κρίση και χρεοκοπία, με αποτέλεσμα να σταματήσει τις γερμανικές επανορθώσεις προς τη Γαλλία. Η Γαλλία εισβάλλει στο Ρουρ και ουσιαστικά παίρνει φωτιά πάλι το γαλλογερμανικό μέτωπο, ένα πρώιμο σημάδι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος ερχόταν…

Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής οικονομία βελτιώνεται ραγδαία, όμως το 1929 γίνεται κρίση στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, λόγω της κατάρρευσης των αμερικανικών τραπεζών με έναν τρόπο που θύμιζε πολύ την κρίση του 2008, από τα απερίσκεπτα δάνεια τα οποία είχαν χορηγήσει οι αμερικανικές τράπεζες. Αυτό οδηγεί σε κατάρρευση του χρηματιστηρίου, και μετά σε διεθνή ύφεση. Επειδή η διεθνής ύφεση πλήττει ασύμμετρα τις διάφορες χώρες, οι οποίες είχαν ενταχθεί στον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος, κάθε μία χώρα η οποία στριμώχνεται περισσότερο από τις άλλες, το ξανασκέφτεται και σιγά σιγά αρχίζουν και φεύγουν από αυτόν. Οπότε το 1936 πρακτικά έχει καταρρεύσει ο κανόνας του χρυσού. Αυτή είναι η ιστορία, η οποία μετά βέβαια οδήγησε λόγω του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στο λουτρό αίματος το οποίο ακολούθησε.

Τι γίνεται στην Ελλάδα την δεκαετία του 1920; Τα ίδια και χειρότερα. Πρώτα από όλα ξεκινάει η δεκαετία με έναν εθνικό θρίαμβο, με τον διπλασιασμό της χώρας. Δύο χρόνια μετά όμως έρχεται η Μικρασιατική καταστροφή. Παρ’ όλα αυτά, διασώζεται σε μεγάλο βαθμό το επίτευγμα του 1920, εξαιτίας της παρέμβασης και της διαπραγματευτικής ικανότητος του Βενιζέλου, ο οποίος εκλήθη, παρά το γεγονός ότι δεν είχε πλέον καμία σχέση με την κυβέρνηση την περίοδο εκείνη, να τα διαπραγματευτεί, και διασώζει ό,τι μπορούσε να διασωθεί.

Παρ’ όλα αυτά, μετά το 1923 ακολουθεί μία περίοδος μεγάλων κοινωνικών αναταραχών λόγω της ήττας, του προσφυγικού ζητήματος, των εκτελέσεων που λαμβάνουν χώρα, και των αλλεπάλληλων πραξικοπημάτων. Στο οικονομικό επίπεδο, κυριαρχείται από τον υπερπληθωρισμό, τα μεγάλα ελλείμματα και μία ραγδαία υποτίμηση της δραχμής, η οποία εξαφανίζει σχεδόν ολοκληρωτικά την οποιαδήποτε αξία του νομίσματος.

Έτσι λοιπόν, είναι φανερό και στην Ελλάδα, όπως είναι και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η ανάγκη ότι κάπου θα έπρεπε να στηριχθεί οικονομικά η χώρα για να μπορέσει αφενός μεν να ηρεμήσει κοινωνικά, αφετέρου δε να μπορέσει να δανειστεί από το εξωτερικό και με τα χρήματα αυτά να χρηματοδοτήσει τις απαραίτητες υποδομές, διότι αλλιώς δεν θα καταφέρει τίποτα. Να μην μπαίνουμε σε πολλές λεπτομέρειες, τον Αύγουστο 1928 ψηφίζεται θριαμβευτικά μία νέα κυβέρνηση Βενιζέλου, η οποία έρχεται στην εξουσία με ένα αρκετά φιλόδοξο πρόγραμμα ανοικοδόμησης – στο οποίο θα αναφερθώ. Έχει προηγουμένως ιδρυθεί η Τράπεζα της Ελλάδος το 1927 και τον Μάιο του 1928, η Ελλάδα μπαίνει στον κανόνα πριν γίνει ο Βενιζέλος πρωθυπουργός. Έπειτα από μία καλή και συστηματική – πλην όμως απέλπιδα – προσπάθεια την οποία κάνει, η Ελλάδα τελικά βγαίνει από τον κανόνα το 1932,κυρίως λόγω της διεθνούς κρίσης και της κακής συγκυρίας.

Το αποτέλεσμα το ακολουθεί μια σειρά από άσχημες συνέπειες για την ελληνική οικονομία, την πολιτική και την κοινωνία. Οπότε βλέπετε ότι και η μοίρα της Ελλάδας ακολούθησε μια δύσκολη πορεία, περίπου όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, απλώς στη δική μας χώρα τα πράγματα κατέληξαν να είναι πιο άσχημα και πιο σκληρά, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Τώρα, δύο λόγια, όπως είπαμε σχετικά με τη σταθεροποίηση των εξωτερικών παραγόντων, πράγμα το οποίο είναι το βασικό το οποίο κάνει κανείς όταν θέλει να δημιουργήσει συνθήκες αυτοτέλειας και αυτονομίας στις κινήσεις του στην εξωτερική σφαίρα.

Ο Βενιζέλος, διαπραγματεύτηκε και υπέγραψε το ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, το 1930, επιλύοντας με αυτό τον τρόπο τις εκκρεμότητες που είχε αφήσει η Συνθήκη της Λοζάνης σχετικά με το πώς μεταφέρονται οι περιουσίες στους ανταλλάξιμους πληθυσμούς. Αυτό γενικά θεωρήθηκε επιτυχία. Στο εσωτερικό επικρίθηκε βέβαια αρκετά όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά και τους ίδιους τους πρόσφυγες, αλλά γενικώς θεωρήθηκε ως διπλωματική επιτυχία και αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο το πρόπλασμα για τη διαπραγμάτευση και σύναψη ενός ανάλογου βαλκανικού συμφώνου. Το οποίο τελικά υπογράφει μεν το 1934 με την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία, πλην όμως δεν πήγε καλά, ούτε αυτό δεν πήγε τόσο καλά, διότι περιείχε ρήτρες υπεράσπισης των μελών του συμφώνου σε περίπτωση εξωτερικής επίθεσης. Μάλιστα ο ίδιος ο Βενιζέλος το είχε καταγγείλει επειδή τότε υπήρχε η απειλή της Ιταλίας ότι θα καταλάβει την Αλβανία, φοβήθηκε ότι εξαιτίας της Αλβανίας μπορεί να μπει σε πόλεμο με την Ιταλία, η οποία ισχυροποιείτο στρατιωτικά και τραβήχτηκε. Ενώ κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος Βενιζέλος είχε εμπνεύσει αυτό το σύμφωνο, στο τέλος όταν υπεγράφη το 1934είχε γίνει σκληρός επικριτής του.

Εκεί όμως που ήταν πιο επιτυχής η προσπάθειά του, ήταν με τους πιστωτές. Η Ελλάδα κατάφερε το 1929 να γίνει ο κύριος δικαιούχος των ανατολικών πολεμικών επανορθώσεων από τις ηττημένες χώρες, Γερμανία και Αυστρία, και μάλιστα σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, πράγμα το οποίο βοήθησε την εσωτερική κατάσταση. Και επίσης κατάφερε να επαναδιαπραγματευτεί τα χρέη, τα οποία είχε συνάψει με τη Γαλλία και να έρθει έτσι σε μία καλύτερη πιστωτική θέση. Αυτές οι δύο τακτοποιήσεις των εξωτερικών εκκρεμοτήτων πήγανε σχετικά καλά.

Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να επικεντρωθεί μετά στην ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία όπως σας είπα και προηγουμένως ήταν πολυσχιδής και περιελάμβανε πολλά ζητήματα. Την επιχείρησε όμως με ένα τρόπο όπως θα προσπαθήσω να αναπτύξω, όπου η μία πολιτική κατά κάποιο τρόπο βοηθούσε τον άλλον τομέα πολιτικής. Έτσι, βλέπουμε ότι, κατ’ αρχάς, επιχειρεί μία ανασυγκρότηση της παραγωγής, με έμφαση στην αγροτική οικονομία, τη βιομηχανία, τις μεταφορές. Εκεί που γίνεται η μεγάλη τομή του Βενιζέλου είναι στην αποκατάσταση των προσφύγων. Και θα παρουσιάσω μερικά στοιχεία τα οποία – κατά την άποψή μου – δείχνουν μία αρκετά αποκαλυπτική εικόνα της συμβολής που είχαν οι πρόσφυγες στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος στην περίοδο εκείνη.

Δίνει επίσης μεγάλη σημασία στην κοινωνική αναβάθμιση. Και επίσης ενδιαφέρεται να οικοδομήσει σύγχρονους θεσμούς, τόσο για να βρεθεί στην προμετωπίδα άλλων ευρωπαϊκών χωρών όσο επίσης και για να δημιουργήσει το θεσμικό υπόβαθρο, το οποίο θα του επέτρεπε να διαπραγματευθεί τα δάνεια τα οποία έχει υπόψη του για την ανόρθωση της χώρας.

Λοιπόν, η αγροτική παραγωγή αλλάζει μορφή και δεν έχει καμία σχέση με αυτό το οποίο γινόταν μέχρι τη δεκαετία του 1920. Ιδρύεται η Αγροτική Τράπεζα, ρυθμίζονται τα αγροτικά χρέη, ιδρύεται ο Οργανισμός Καπνού, ο Οργανισμός Βάμβακος, αποξηραίνεται η λίμνη της Κωπαΐδας, ιδρύονται αγροτικοί συνεταιρισμοί, ιδρύονται οι λαϊκές αγορές και – όπερ και το βασικότερο – διανέμονται δέκα εκατομμύρια στρέμματα σε απόκληρους και πρόσφυγες, πράγμα το οποίο ουσιαστικά δημιουργεί την αγροτική τάξη της Ελλάδας.

Μέχρι τότε υπήρχε ένα μεγάλο στρώμα μεγάλων και μικρότερων τσιφλικάδων που ουσιαστικά είχαν καθηλώσει την αγροτική παραγωγή σε επίπεδο και μορφές κατά πολύ υποδεέστερες της δυνητικής παραγωγικότητας. Το δεύτερο είναι ότι διαμορφώνονται νέοι θεσμοί ανάπτυξης με την ενυπόθηκη πίστη και κατεξοχήν με την ίδρυση της Κτηματικής Τράπεζας, η οποία δημιουργεί νέες δυνατότητες δανειοδότησης επιχειρήσεων με βάση το Real Estate.

Το βασικότερο είναι ότι ενισχύει πολύ τη βιομηχανία, αξιοποιώντας και τους δεκάδες χιλιάδες επιχειρηματίες και τεχνίτες, οι οποίοι έχουν έρθει ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και έχουν ειδικές γνώσεις. Πολλοί από τους επιχειρηματίες φέρνουν και κεφάλαια ενώ άλλα τα είχαν αποστείλει προηγουμένως σε ελληνικές τράπεζες, βλέποντας το ενδεχόμενο της επικείμενης καταστροφής. Με τα δάνεια που παίρνουν συμπληρωματικά ιδρύουν νέους κλάδους βιομηχανικής παραγωγής, όπως είναι η ταπητουργία, προχωρούν σε συγχωνεύσεις και δημιουργούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα μεγάλες επιχειρήσεις, γίνεται ο εξηλεκτρισμός της χώρας και τα λοιπά. Αυτό το οποίο βλέπουμε να γίνεται, είναι ένα βιομηχανικό σοκ, το οποίο μαζί με το αντίστοιχο αγροτικό σοκ αλλάζουν ριζικά και θετικά τη μορφή της παραγωγικής οικονομίας. Δεύτερο μεγάλο πεδίο παρέμβασης είναι οι μεταφορές και γενικότερα οι υποδομές.

Οι δρόμοι επεκτείνονται, πολλοί είναι αμαξιτοί, εγκαινιάζονται αεροπορικές γραμμές, ιδρύεται ο Οργανισμός Λιμένων Πειραιώς, τηλεπικοινωνίες, χτίζεται το φράγμα του Μαραθώνα Για πρώτη φορά σχεδιάζεται κρατική πολιτική τουρισμού, τον οποίο ο Βενιζέλος αποκαλεί ως την ‘’βιομηχανία των ξένων’’. Πολλά διοικητικά συμβούλια τουριστικών φορέων τον αποκαλούν και σήμερα «βαριά βιομηχανία». Είναι από τότε φράση του Βενιζέλου, ο οποίος ιδρύει και τον ΕΟΤ για να υπηρετήσει τον στόχο.

Και έρχομαι τώρα, μετά από όλα αυτά τα οποία συνοπτικά ανέφερα, στο μέγα θέμα των προσφύγων. Εκεί ο Βενιζέλος είχε να αντιμετωπίσει ένα πολυσύνθετο πρόβλημα, το οποίο σημειωτέον ήταν η πρώτη φορά που συμβαίνει τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο – κατά την άποψή μου και σε διεθνές επίπεδο. Διότι μέχρι τότε δεν υπήρχαν οργανωμένες μαζικές ροές πληθυσμών από μία χώρα σε άλλη, υποδοχή, ενσωμάτωσή τους και ούτω καθεξής.

Μία ανάλογη προσπάθεια μερικής επιτυχίας είχε γίνει στη δεκαετία του 1910, όταν από τις περιοχές του Καυκάσου είχε φέρει μερικές δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων ο Καζαντζάκης ως απεσταλμένος του Βενιζέλου. Δυστυχώς τότε από τον φόβο μεταδοτικών ασθενειών ένα μεγάλο μέρος από αυτούς είχαν καταλήξει έγκλειστοι σε κλειστά στρατόπεδα, όπως ήταν τα «Απολυμαντήρια» της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα να σημειωθούν μαζικοί θάνατοι. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό θεωρήθηκε πετυχημένο πείραμα ή όχι, αλλά πάντως τώρα χρειαζόταν άλλου είδους παρεμβάσεις έτσι ώστε οι πρόσφυγες αφενός μεν να φτάσουν με ασφάλεια, αφετέρου να αποκατασταθούν κοινωνικά και να μπουν ομαλά στην παραγωγική διαδικασία.

Έτσι βλέπουμε να ενσωματώνονται στην αγροτική οικονομία, στη βιομηχανία, στις κατασκευές και στην εκπαίδευση. Ουσιαστικά δηλαδή η πρόσμειξη και η ενσωμάτωση των προσφύγων αλλάζει όλες τις βασικές και ζωτικές δραστηριότητες του Ελληνισμού. Και από αυτή την πρόσμειξη προκύπτει μια νέα οικονομία, η οποία με τη σειρά της αλληλεπιδρά και δίνει ακόμα μεγαλύτερες ευκαιρίες ενσωμάτωσης και προόδου τόσο στους πρόσφυγες όσο και στους γηγενείς. Βεβαίως, αυτά δεν γίνονται ομαλά και χαρούμενα, γίνονται συχνά μέσα από κοινωνικές αντιθέσεις πολύ σκληρές μερικές φορές.

Μέσα από αγώνες και ανταγωνισμούς, διότι οι προσφυγικοί πληθυσμοί δεν είναι μόνο φορείς αντιλήψεων πιο μοντέρνων απ’ ό,τι ο μέσος όρος της Ελλάδος της εποχής εκείνης, αλλά επίσης είναι και φορείς ενός νέου αγωνιστικού πνεύματος, επειδή έχουν εμβολιαστεί με τα επαναστατικά ρεύματα της εποχής. Και λόγω της επαφής με τη Σοβιετική Ένωση που ήταν γεωγραφικά πιο κοντά στις δικές τους πατρογονικές εστίες, αλλά και επειδή είναι ξεσπιτωμένοι, έχουν χάσει τα υπάρχοντά τους και είναι σε μία φάση κοινωνικής απαξίωσης, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα όχι μόνο τη φτώχεια αλλά και την εχθρότητα πολλών γηγενών. Ταυτόχρονα για να τα λέμε όλα και να έχουμε μία σφαιρική εικόνα, οι πρόσφυγες δεν απολαμβάνουν τις ίδιες εργασιακές και μισθολογικές συνθήκες όπως οι γηγενείς, αλλά πολλές φορές υπόκεινται σε πολύ αθλιότερες συνθήκες στέγασης, απασχόλησης και μισθολογικής αμοιβής. Όταν έρχονται οι πρόσφυγες, ο Βενιζέλος με τους Βαλκανικούς Πολέμους έχει κατά μία θεία σύμπτωση, ήδη απελευθερώσει ένα μεγάλο μέρος της νέας επικράτειας, κυρίως στη Βόρειο Ελλάδα, όπου είναι το πρόσφορο έδαφος εγκατάστασης των νέων προσφύγων. Έτσι σιγά-σιγά δημιουργείται η νέα Ελλάδα. Το 80% των βορείων περιοχών της χώρας είναι πρόσφυγες, αλλά όπως βλέπετε είναι και σε άλλες περιοχές. (Στον χάρτη, όσο πιο σκούρα είναι τα χρώματα, τόσο πιο πυκνή είναι η εγκατάσταση των προσφύγων στην ελληνική επικράτεια). Βλέπετε ότι σε πολλές περιοχές, Θράκη, Μακεδονία, ιδιαίτερα στην Κεντρική Μακεδονία, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως είναι η Θεσσαλία, όπως είναι η Αττικοβοιωτία, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και ορισμένες περιοχές της Κρήτης γεμίζουν από πρόσφυγες.

Προσέξτε να δείτε τώρα τι γίνεται γιατί αυτό θα έχει συνέπειες αργότερα.Ένα μεγάλο μέρος των γαιών στη βόρεια Ελλάδα είχε ήδη διανεμηθεί στην προηγούμενη γενιά προσφύγων και τώρα επαναδιανέμεται στους νέους πρόσφυγες, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολλές εντάσεις, φονικές μερικές φορές, πράγμα το οποίο καλλιεργεί μία άκρως ανταγωνιστική συμπεριφορά επί δεκαετίες.

Σύμφωνα με αρκετούς ιστορικούς ερευνητές, ένας από τους λόγους που κατά τον εμφύλιο οι πληθυσμοί στη Βόρειο Ελλάδα χωρίστηκαν σε παρατάξεις είναι με βάση τους ανταγωνισμούς που προέκυψαν από τις αλλεπάλληλες κατανομές της γης, εκεί που είχαν ήδη κατανεμηθεί. Ενώ αντίθετα σε περιοχές όπως η Κρήτη για παράδειγμα, που δεν υπήρχε τέτοιο θέμα επανανακατανομής, αντιστοίχως δεν υπήρξαν και τόσο αιματηρά επεισόδια στον εμφύλιο πόλεμο. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι άλλο θέμα τώρα, αλλά καλό θα είναι κάποια στιγμή να δούμε κι αυτά τα ζητήματα.

Ν.ΚΟΥΡΑΚΗΣ (ΣΥΜΒΟΛΗ): κ. Υπουργέ, θα ήθελα να σημειώσω ότι από για αυτή την εικόνα που μας δώσατε, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπήρξε μεγάλη σοφία του Βενιζέλου και της τότε πολιτικής ηγεσίας να εγκαταστήσουν τους πρόσφυγες εκεί που είναι τα σύνορα, ακριβώς για να μπορέσουν τα σύνορα να γίνουν έως ένα βαθμό απόρθητα, προστατευόμενα με σθένος από αυτούς.

Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ (ΑΠΑΝΤΗΣΗ):

Επίσης αυτό ήταν και πιο εφικτό να γίνει, διότι δεν είχαν περάσει ούτε καν δέκα χρόνια από την κατανομή των γαιών αυτών, οπότε ήταν πιο εύκολο να πουν σε κάποιον που είναι έξι-επτά χρόνια σε ένα κτήμα ‘’κάνε λίγο πιο πέρα να χωρέσει και ο άλλος’’. Ενώ στην Πελοπόννησο, την Κρήτη ή την Ήπειρο δεν μπορούσε να γίνει αυτό -κατά την άποψή μου. Αυτά θέλουν ιδιαίτερη μελέτη και παρακολουθώ τώρα μία σειρά μελετών που γίνονται σε ένα ίδρυμα στο Λονδίνο, και έχει πολύ ενδιαφέρον και ίσως επανέλθουμε κάποια στιγμή σε αυτό.

Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ (ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ):

Λοιπόν, αυτή ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που έχει μέχρι τότε ο Βενιζέλος. Γιατί οι πρόσφυγες ήταν 1.200.000 το ¼ του πληθυσμού. Δημιουργήθηκε μία διεθνής εταιρεία, η Εταιρεία Αποκαταστάσεως Προσφύγων υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία όρισε τον Henry Morgenthau ως Διευθύνοντα Σύμβουλο. Η Ελλάδα κατάφερε έτσι να πάρει ένα μεγάλο δάνειο για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, με εγγύηση της ΚτΕ και μέσα από αυτό να χρηματοδοτήσει πολλά αναπτυξιακά έργα αποκατάστασης.

Εδώ βλέπουμε μία φωτογραφία, μία σπάνια φωτογραφία του Βενιζέλου, στο μέσον είναι ο Απόστολος Δοξιάδης, υπουργός Υγείας, και μετά δεξιά είναι ο Morgenthau, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρείας Αποκαταστάσεως Προσφύγων, με τα προσφυγόπουλα σε μία εκδήλωση στο Ζάππειο.

Η εγκατάσταση των προσφύγων είχε μεγάλες συνέπειες στην ελληνική οικονομία και άμεσες και έμμεσες. Πρώτα από όλα, όπως είπα και πριν, αναπτύχθηκαν νέοι κλάδοι της βιομηχανίας που δεν υπήρχαν προηγουμένως: ταπητουργία, δέρματα, κεραμική δεν υπήρχαν πριν να φτάσουν στην Ελλάδα· τα έφεραν από την Ανατολή, ανέβηκε πολύ η βιομηχανική παραγωγή και εξαιτίας των χαμηλών ημερομισθίων, αλλά και της ειδικότερης τεχνογνωσίας που είχαν αποκτήσει οι πρόσφυγες.

Τρίτον, κάνουν νέες καλλιέργειες, ιδιαίτερα στα καπνά και στα αμπέλια.Φέρνουν κεφάλαια και με τα νέα δάνεια τα οποία τους χορηγούνται δημιουργείται ένα μεγάλο κύμα επιχειρηματικής πίστης. Επίσης επειδή ήταν πολύ πιο κοσμοπολίτες από τον μέσο Έλληνα επιχειρηματία και έμπορο, δημιουργούνται νέα δίκτυα στο εξωτερικό, τα οποία διεθνοποιούν την ελληνική παραγωγή. Τελικά παρατηρείται και μία σοβαρή άνοδος της ανταγωνιστικότητας, η οποία βοηθά ακόμα περισσότερο το εξαγωγικό εμπόριο.

Υπήρχαν όμως και έμμεσες συνέπειες τις οποίες ο Πάλλης που ήταν στο Συμβούλιο της Επιτροπής Αποκατάστασης επισημαίνει, όπως είναι: ότι εξαλείφθηκαν τα κτήματα μεγάλης ιδιοκτησίας. Όχι ειρηνικά πολλές φορές. Πολλές φορές μαζεύονται οι πρόσφυγες, ορμούν και τα αρπάζουν, συχνά ένοπλα. Εγκαταλείπεται η νομαδική κτηνοτροφία που μέχρι τότε ήταν διαδεδομένη, διότι δεν συνέφερε πλέον και σημειώνεται μεγάλη άνοδος της αγροτικής παραγωγής.

Αυτό το οποίο συμβαίνει επίσης σε μεγάλη έκταση και είναι πολύ ενδιαφέρον, είναι ότι οι πρόσφυγες επειδή ήταν και φιλομαθείς και είχαν τελειώσει γυμνασιακές σπουδές αλλά και επαγγελματικές σπουδές όσο και πανεπιστημιακές, επιλέγουν να σπουδάσουν τα λεγόμενα «μεταφέρσιμα» επαγγέλματα.

Τι είναι τα μεταφέρσιμα επαγγέλματα; Είναι επαγγέλματα τα οποία μπορείς να τα κάνεις είτε στην Αθήνα, είτε Θεσσαλονίκη, είτε στο Αμβούργο είτε στη Ρώμη, είτε οπουδήποτε, είναι αυτό που λέγεται transferable advantages, και για αυτό οι πρόσφυγες δεν γίνονται δικηγόροι, γίνονται μηχανικοί, γίνονται γιατροί, γίνονται λογιστές, έτσι ώστε αν χρειαστεί να ξαναφύγουν, να μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους αλλού. Τα παραδοσιακά επαγγέλματα, μένουν στους γηγενείς. Αυτά, κατά μέσο όρο βέβαια, σαν γενικές τάσεις.

Αυτή η επιλογή των προσφύγων παίζει καθοριστικό ρόλο ώστε να ανέβει η συνολική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία ξαφνικά εμφανίζει να αποκτά μια δυναμικότητα σε τομείς που δεν είχε πριν, στον βιομηχανικό σχεδιασμό, την παραγωγή, στον έλεγχο ποιότητας και τα λοιπά, τα οποία πριν ήταν άγνωστες λέξεις στην Ελλάδα.

Ένα σημαντικό μέρος είναι η αστική στέγη, όπου ανεβαίνει πολύ και ο όγκος αλλά και το μέγεθος των εταιρειών Real Estate. Τότε συγκροτούνται μεγάλες εταιρείες γιατί το πλήθος των κατοικιών που κατασκευάζονται είναι χιλιάδες. Μέχρι το 1928, είχανε γίνει 12.000 κατοικίες και γίνονται περίπου άλλες τόσες στην τετραετία του Βενιζέλου. Προωθείται πολύ η αγροτική στέγη. Πολλές φορές βέβαια με έναν τρόπο άναρχο, ακαλαίσθητο και παράνομο, αλλά αυτά έχει η ζωή μερικές φορές.

Ανάμεσα στα κτίσματα που γίνονται είναι και τα προσφυγικά της Αλεξάνδρας που τώρα έχουν μπει ξανά στην επικαιρότητα, τα οποία τότε, όταν σχεδιάστηκαν και χτίστηκαν, θεωρούνταν αστικό κόσμημα γιατί ακολούθησαν τεχνοτροπία Bauhaus. Είναι ιδιαίτερης μηχανικής αντοχής και αρχιτεκτονικής συμμετρίας και είχαν 228 διαμερίσματα, όπως και σήμερα, απλώς σήμερα είναι πολύ ταλαιπωρημένα τουλάχιστον αισθητικώς.

Ο άλλος άξονας είναι η εκπαίδευση. Έχει πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς τι έκανε η κυβέρνηση Βενιζέλου, όπου εδώ βέβαια είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να έχει υπουργό Παιδείας, τον Γεώργιο Παπανδρέου. Κατ’ αρχήν, κάνει εξαετή την υποχρεωτική εκπαίδευση. Θεσπίζει εισιτήριες εξετάσεις στα πανεπιστήμια, τα οποία μέχρι τότε δεχόταν ελεύθερα φοιτητές. Και γιατί το κάνει αυτό; Διότι θέλει να αποκλείσει τον υπερπληθυσμό των φοιτητών σε ορισμένες σχολές, οι οποίες δεν ήταν παραγωγικές και να στρέψει ένα μεγάλο μέρος στελεχών στην τεχνική εκπαίδευση, η οποία τότε δεν είχε κόσμο, δεν πήγαινε κανείς. Ακριβώς λοιπόν, ο Βενιζέλος με τον τρόπο αυτόν των εισιτηρίων εξετάσεων, ουσιαστικά αναβαθμίζει την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση και δημιουργεί άλλον ένα θετικό κύκλο ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της βιομηχανίας. Ιδρύει μαζικά νέα σχολεία, 3.160 σχολικά κτίρια και επίσης ιδρύει το Εθνικό Θέατρο.

Τώρα, η κοινωνική αναβάθμιση. Καθιερώνει την εβδομάδα των έξι ημερών, θεσπίζει την οκτάωρη απασχόληση. Θέτει τα θεμέλια της κοινωνικής ασφάλισης, το ΙΚΑ ουσιαστικά, το οποίο όμως δεν νομοθετεί λόγω της κρίσης, όπως θα δούμε στη συνέχεια και μετά το κάνει πολύ αργότερα ο Μεταξάς. Αλλά δεν το ιδρύει ο Μεταξάς, είναι ιδρυμένο το ΙΚΑ απλώς δεν είναι νομοθετημένο σε όλες τις πλευρές.

Αλλά, για να τα λέμε όλα, θεσπίζει και το ιδιώνυμο, φοβούμενος τις ταραχές και τις φασαρίες που γίνονται από την κινητοποίηση των εργαζομένων και όσων θέλγονται από τις διακηρύξεις του κομμουνισμού. Βάζει βαρύτατες ποινές, με μόνο κριτήριο την διάδοση ιδεών που έχουν σκοπό την διά βίαιων μέσων ανατροπή του συστήματος. Προς τιμήν του, μόνο ο Γεώργιος Παπανδρέου, όταν νομοθετείται αυτό το ψήφισμα του ιδιωνύμου, λέει ότι νομοθετείται η καταδίωξη της ελεύθερης γνώμης και είναι απαράδεκτο και για αυτό το καταψηφίζει. ‘Έτσι τουλάχιστον ο Γεώργιος Παπανδρέου, διέσωσε κάπως την τιμή της δημοκρατικής παρατάξεως την περίοδο εκείνη.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου θεσπίζει νέους θεσμούς και στα φορολογικά και τα δημόσια οικονομικά γενικότερα και στα τραπεζικά ζητήματα. Κάνει τον νόμο για τις ανώνυμες εταιρείες, όπως αναφέρθηκε πριν, κάνει και το εξής όμως: Θεσπίζει το λεγόμενο «ατομικό βιβλιάριο φορολογουμένου», όπου κάθε φορολογούμενος έχει ένα λογαριασμό στην εφορία που γράφει, τι χρωστάει και τι πληρώνει, όπως έχει η ΑΑΔΕ σήμερα, απλώς η ΑΑΔΕ το έχει ηλεκτρονικά. Αυτό ο Βενιζέλος το κάνει το 1928. Κάνει το Γενικό Λογιστήριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας και κάνει και τους αυστηρούς προϋπολογισμούς, υποχρεωτικά, διότι αυτή είναι η απαίτηση στον κανόνα του χρυσού.

Εκεί αντιμετωπίζει επίσης μία σκληρή διαμάχη, η οποία είναι άγνωστη στους πολλούς. Όταν ιδρύεται η Τράπεζα της Ελλάδος, αφαιρεί το εκδοτικό προνόμιο από την Εθνική, δηλαδή το δικαίωμα να κόβει χρήμα. Η Εθνική εξεγείρεται, δεν συμφωνεί με αυτό, και επί χρόνια ακολουθεί μια οξύτατη διαμάχη μεταξύ Εθνικής και Τράπεζας της Ελλάδος. Οι επιχειρηματίες, ιδίως οι μεγάλοι επιχειρηματίες είναι υπέρ της Εθνικής, διότι έχουν τη διευκόλυνση των δανείων και των υποχρεώσεων, πράγματα που γίνονται ευχερέστερα αν η Εθνική ελέγχει την ρευστότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που όταν ξεσπάει η διεθνής κρίση, δεν μπορεί να συντονιστεί η νομισματική πολιτική, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Συνοπτικά πάντως αυτά είναι τα δεδομένα τα οποία συγκροτούν την οικονομία με θεαματικά, κατ’ αρχήν, αποτελέσματα,

Αυτό το οποίο σας δείχνω εδώ, είναι η πορεία ενός δείκτη της οικονομίας, του κατά κεφαλήν εισοδήματος. το οποίο βλέπετε ξεκινάει από το 1910 με μία άνοδο, γιατί τότε ουσιαστικά φεύγει η Ελλάδα από την επίπτωση της λιτότητας που είχε επιβάλλει ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, αλλά μετά από λίγο λόγω των Βαλκανικών Πολέμων πέφτει πολύ η παραγωγή, λόγω του Εθνικού Διχασμού πέφτει ακόμα περισσότερο. Λόγω του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου συνεχίζει να πέφτει και μετά την Μικρασιατική τελικά φτάνει σε ένα χαμηλό επίπεδο το 1928.Από το 1928 μέχρι το 1931 η Ελλάδα αναπτύσσεται και σήμερα θα λέγαμε ότι έχει κινέζικους ρυθμούς ανάπτυξης με μέσο ρυθμό 4,7% ετησίως. Πρωτοφανές αυτό μέχρι τότε.

Μετά λόγω της διεθνούς ύφεσης πέφτει και μετά ανεβαίνει πάλι έντονα- μετά το 1935-36- κυρίως λόγω των εξοπλιστικών προγραμμάτων που εγκαινιάζει ο Μεταξάς.

Αυτή είναι η πορεία της ελληνικής οικονομίας, άρα βλέπουμε ότι την περίοδο του Βενιζέλου τα περισσότερα χρόνια, τα τρία – τέσσερα χρόνια, η ελληνική οικονομία, κατά μέσο όρο, γνωρίζει μία μεγάλη ακμή – απλώς κράτησε λίγο.

Τώρα γιατί κράτησε λίγο; Εδώ τώρα ξεκινάμε μία ιστορία, η οποία είναι αφενός μεν ένδοξη μέχρι ενός βαθμού αλλά από κάπου και πέρα πικρή, πολύ πικρή όμως. Θα μου επιτρέψετε έτσι να παρουσιάσω ορισμένα δεδομένα σε μορφή διαγράμματος.

Κατ’ αρχήν, αυτό που βλέπετε εδώ, είναι η πορεία της δραχμής σε σχέση με την αγγλική λίρα. Η οποία ξεκίνησε από 25 δραχμές η λίρα και στο τέλος κατέληξε 375 δραχμές η λίρα, άρα ουσιαστικά από το 1922 μέχρι το 1927 έχασε το 56% της αξίας της. Σε σύγκριση με το 1918 έως το 1927, βλέπουμε ότι σε μία δεκαετία έχασε το 93% της αξίας της. Έτσι, έγινε κουρελόχαρτο, και αυτό βέβαια ήταν ένας επιπλέον λόγος για να ενταχθεί στο σύστημα του Κανόνα. Όταν πλέον εντάχθηκε, στην αρχή η οικονομία πήγαινε καλά. Ο πληθωρισμός μειώθηκε διότι δεν υποτιμάται πια η δραχμή και τα επιτόκια μειώθηκαν από το 10%, πήγανε περίπου στα 6%, πράγμα το οποίο διευκόλυνε την αποπληρωμή του χρέους. Το έλλειμμα μειώθηκε επίσης λόγω της αυστηρής πολιτικής που ακολούθησε στους προϋπολογισμούς. Συνακόλουθα μειώθηκε και το δημόσιο χρέος.

Μέχρι τώρα είναι μία πορεία πολύ καλή και υγιής. Απλώς, αυτή την πορεία που βλέπετε εδώ δεν μπόρεσε να την αντέξει η χώρα, διότι άρχισαν οι διεθνείς διαταραχές, οι καταρρεύσεις και το κυριότερο οι αποχωρήσεις από τον διεθνή κανόνα. ‘Άρχισε η μία χώρα μετά την άλλη να φεύγει και όταν έφευγε υποτιμούσε το νόμισμά της. Και όταν εκείνη υποτιμούσε το νόμισμά της, σημαίνει ότι οι άλλες χώρες που παρέμεναν, ετιμωρούντο γιατί αυτωνών το νόμισμα υπερτιμάται, άρα δεν μπορούσαν να εξάγουν ανταγωνιστικά προϊόντα.

Οπότε, φεύγοντας για παράδειγμα η Πορτογαλία, απελευθέρωνε τις εξαγωγές της, η Ελλάδα δεν μπορούσε να εξάγει εύκολα, διότι ήταν εγκλωβισμένη στην παλιά ισοτιμία. Σιγά-σιγά αυτό δημιουργούσε μεγάλες πιέσεις.

Αυτή ακριβώς η ασφυξία, η οποία δημιουργήθηκε, ξαναήρθε στην πολιτική επικαιρότητα την περίοδο των μνημονίων. Πολλοί αναλυτές και διεθνείς επιστήμονες, αλλά και ειδησεογραφικά πρακτορεία και εφημερίδες, έγραφαν για την εποχή του Βενιζέλου, ότι αυτό ήταν το προπατορικό αμάρτημα, από το οποίο η Ελλάδα δεν μπορεί να απαλλαγεί και είναι θέμα χρόνου να επαναληφθεί, θεωρώντας ότι το Grexit, η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, θα ακολουθούσε κατά βήμα την ίδια τακτική, την ίδια πορεία την οποία ακολούθησε η δραχμή τη δεκαετία του 1930. Μάλιστα είχαν και φωτογραφίες του Βενιζέλου τότε, για το άσχημο προηγούμενο, το οποίο στοίχειωνε την χώρα.

Έτσι, λοιπόν, η Ελλάδα είχε αρχίσει να θεωρείται από το 2011 και μετά, και για αρκετά χρόνια μέχρι το 2018, ‘’η ανίατη περίπτωση της Ευρώπης’’. Αυτή η εξιστόρηση παρείχε μία εύκολη αναφορά, ένα αφήγημα αρκετά πειστικό, γιατί η Ελλάδα δεν πρόκειται να τα καταφέρει και ότι ουσιαστικά είναι ξένο σώμα στην Ευρωζώνη. Για τον λόγο αυτό πρέπει να δούμε συγκεκριμένα ποια είναι τα επεισόδια τα οποία οδήγησαν στην ελληνική κρίση του 1932, ποια είναι είναι επαναλήψιμα στην κρίση του 2010 και ποια δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Εδώ θα αναφέρω και κάτι το οποίο είναι ελάχιστα γνωστό. Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα η οποία δεχόταν πιέσεις. Όλες οι χώρες δέχονταν πιέσεις. Και πάνω από όλα δεχόταν πιέσεις η Αγγλία. Μάλιστα, ο Κeynes, ο οποίος τότε έχει αρχίσει να γίνεται διάσημος, είχε καταδικάσει τη συναλλαγματική ισοτιμία στα 4,86 $/£, με την οποία η Αγγλία μπήκε στο σύστημα ‘’κανόνα χρυσού-συναλλάγματος’’ και τον οποίο αργότερα αποκάλεσε ένα «βάρβαρο απολίθωμα». Είχε πει ότι η λίρα είναι υπερτιμημένη, δεν θα το αντέξει και πολύ γρήγορα θα βρεθεί με μεγάλα προβλήματα. Είχε συμβουλεύσει να υποτιμηθεί η λίρα για να επιβιώσει η βρετανική οικονομία. Υπουργός Οικονομικών την περίοδο εκείνη ήταν ο Winston Churchill, οποίος δεν άκουγε τον Κeynes, ήταν πολύ ξεροκέφαλος και μέχρι τότε τα είχε κάνει όλα λάθος, όπως στην εκστρατεία της Καλλίπολης, και μετά στο Υπουργείο Οικονομικών. Μόνο στον Δεύτερο Παγκόσμιο η εμμονή εναντίον του Χίτλερ του βγήκε σε καλό και μεταπολεμικά έγινε διάσημος.

Ο Βενιζέλος είχε επιλέξει – και αυτό είναι ένα θέμα σημαντικό- να προσδεθεί στην Αγγλία, στην βρετανική λίρα παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν έχει σημαντικό εμπόριο με την Αγγλία. Η Ελλάδα το εμπόριο το είχε κυρίως με την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και με την Αμερική, στην οποία εξήγε σταφίδες, και άλλα αγροτικά προϊόντα. Άρα μία εμπορικά ορθολογική επιλογή θα ήταν το δολάριο. Με την Αγγλία δεν είχε τίποτα σημαντικό να εξάγει, άρα γιατί το έκανε αυτό; Κατά την άποψή μου, το έκανε λόγω της προσκόλλησης που είχε στο βρετανικό μεγαλείο.

Δηλαδή εξαρχής από την από την αρχή της πολιτικής του πορείας, επειδή τότε το άστρο της Κοινοπολιτείας ήταν στην κορύφωσή του, ο Βενιζέλος είχε διαμορφώσει μία κοσμοαντίληψη που ήταν συνδεδεμένη με την ακμή και την ισχύ της βρετανικής αυτοκρατορίας. Έπαιρνε τηλέφωνο το Lloyd George και μιλούσαν. Είχε τέτοια σχέση αναπτύξει, οπότε ήταν αυτονόητο για αυτόν να είναι κάπου μαζί με την Αγγλία.

Όμως δεν έφτανε αυτό μόνο. Η Αγγλία έδινε μάχη πια, εναντίον των επιθέσεων που της έκαναν οι διάφοροι διεθνείς κερδοσκόποι και για να την βοηθήσει μετέτρεψε το αποθεματικό συνάλλαγμα και μέρος του χρυσού που είχε στην Τράπεζα της Ελλάδος, σε στερλίνες, έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα η Αγγλία να αμυνθεί καλύτερα. Η μικρή Ελλάς έδινε πολεμοφόδια στην ισχυρή Αλβιόνα. ‘Όμως ούτε αυτό δεν άρκεσε και τον Σεπτέμβριο του 1931 η Αγγλία υποτιμήθηκε κατά 35% και εγκατέλειψε το σύστημα. Παρόλα αυτά η Ελλάδα παρέμεινε προσδεδεμένη στο δολάριο στις 77 δραχμές/$, εκεί που ήταν εξαρχής.

Μετά άρχισε να κάνει αιτήσεις στην Κοινωνία των Εθνών. Απορρίφθηκαν όλες αυτές οι αιτήσεις συνδρομής, διότι οι βόρειες πλούσιες χώρες δεν το άφησαν. Έπειτα από δύο-τρεις μήνες θυελλώδους και απελπισμένης μάχης η Ελλάδα και αυτή εγκατέλειψε τον κανόνα κάνοντας μία πολύ μεγάλη υποτίμηση και κηρύσσοντας αδυναμία πληρωμής χρεολυσίων.Το ερώτημα βέβαια είναι το εξής: αυτό έγινε, τι θα μπορούσε να γίνει εναλλακτικά;

Κατά την άποψή μου, θεωρώ ότι αυτό το οποίο θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να ακολουθήσει την Αγγλία. Δηλαδή εφόσον είχε την Αγγλία ως ηγέτιδα, έπρεπε να την ακολουθήσει και όταν ήταν στον κανόνα και όταν έφυγε από τον κανόνα.

Αυτό λέει η απλή λογική, δηλαδή όταν σε οδηγεί η Αγγλία και η Αγγλία κάνει μία κίνηση που θα τη σώσει, μπες κι εσύ στο ίδιο λεωφορείο να σωθείς και εσύ.

Καθυστέρησε να φύγει ένα χρόνο και αυτό ήταν καταστροφικό, γιατί υποτιμήθηκε πολύ περισσότερο από 35%.Τώρα το ερώτημα βέβαια, το οποίο θα πει κάποιος είναι:

‘’Εντάξει, αλλά το έκανε κανείς αυτό; Το επέλεξε κανείς σε εκείνες τις συνθήκες για να ερχόμαστε εμείς εδώ και να λέμε ότι ‘θα μπορούσε να το κάνει;’Ε λοιπόν, το έκανε ο Καναδάς.

Ο Καναδάς, ο οποίος ήταν τότε βρετανική κτήση, αλλά είχε δικό του νόμισμα, το καναδικό δολάριο, ακολούθησε την Αγγλία επακριβώς. Υποτιμήθηκε η Αγγλία, υποτιμήθηκε ο Καναδάς.

Μάλιστα, το έκανε με ένα περίτεχνο τρόπο, ελέγχοντας την κίνηση κεφαλαίων μέσω της εφαρμογής capital controls και ούτε καν φάνηκε ως παραβίαση του κανόνα.

Έπειτα από λίγους μήνες επανήλθε ο Καναδάς χωρίς να φέρει κανένα στίγμα ότι πρόδωσε κάτι. Αυτό το έχει εισηγηθεί για την Ελλάδα ο Βαρβαρέσος, ο μέγας αυτός οικονομολόγος της Τράπεζας της Ελλάδος, στον οποίο οφείλει πολλά η ελληνική οικονομία, μεταπολεμικά. Επίσης το είχε εισηγηθεί και ο Niemeyer, ο οποίος ήταν ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας και είχε αναλάβει την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.Αυτό ήταν το ένα πράγμα το οποίο θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα. Ένα άλλο, το οποίο θα μπορούσε να κάνει, θα ήταν να κουρέψει το χρέος κατά 70% περίπου.

Αυτό βγαίνει με κάποιους υπολογισμούς που έχω κάνει. Εάν το κούρευε κατά 70%, θα μπορούσε να πάει σε ένα επίπεδο το οποίο ήταν βιώσιμο. Αυτό το είχε προτείνει ο Μάξιμος, ο οποίος ήταν τραπεζίτης και διοικητής, πιο παλιά, της Εθνικής Τράπεζας, το είχε απορρίψει αρχικά ο Βενιζέλος μετά το υιοθέτησε, αλλά ήταν αργά γιατί απορρίφθηκε τότε από την Κοινωνία των Εθνών.

Έτσι λοιπόν, η κυβέρνηση τότε προσπαθούσε να κάνει πράγματα αλλά όχι πάντα όταν έπρεπε. Τα πρότεινε όταν είχε περάσει η ώρα, και δεν τα δεχόταν η Κοινωνία των Εθνών. Κατά συνέπεια, στο ερώτημα το οποίο έθεσε ο κύριος Κουράκης προηγουμένως για το εάν υπήρχε άλλη λύση:

Η απάντηση είναι ότι ενδεχομένως υπήρχε, αλλά βέβαια ήθελε έναν πολύ προσεκτικό χειρισμό κινήσεων και σε ελληνικό και σε διεθνές επίπεδο. Πράγμα το οποίο, για διάφορους λόγους δεν έγινε.

Σε αυτό το σημείο τώρα θέλω να κάνω μερικά σχόλια, διότι υπάρχει μία βιβλιογραφία ολόκληρη και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, κυρίως στην Ελλάδα όμως που λέει ότι μετά τη φυγή της Ελλάδος από τον κανόνα του χρυσού, η ελληνική οικονομία αυγάτισε , άρχισε να αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και ουσιαστικά η Ελλάδα μπήκε σε μία περίοδο ευημερίας.

Εγώ θεωρώ ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει και θα ξεκινήσω από ορισμένες διαπιστώσεις:

Κατ’ αρχήν, το χρέος αυξήθηκε επειδή αυξήθηκε ο πληθωρισμός, έφτασε το 10%, σε σχέση με το 1% που υπήρχε πριν. Ήταν μία μεγάλη αύξηση.

Τα ελλείμματα δεν μειώθηκαν και τα επιτόκια αυξήθηκαν και έφτασαν το 20% έως 30%, προκαλώντας ασφυξία όχι μόνο στα χρεολύσια, τα οποία πλήρωνε χώρα αλλά και στο πιστωτικό σύστημα συνολικά. Ένα αυτό. Το δεύτερο ήταν ότι σε ορισμένα κρίσιμα μεγέθη, δεν σημειώθηκε καμία θεαματική βελτίωση ούτε στη βιομηχανία, ούτε στην αγροτική παραγωγή. Η αγροτική παραγωγή κατέρρευσε, διότι είχε πέσει η ζήτηση λόγω της ύφεσης που είχαν οι άλλες χώρες. Η βιομηχανική παραγωγή βελτιώθηκε λίγο, αλλά ήταν πολύ μικρό μέρος της συνολικής.Επίσης – και το πιο σημαντικό – είναι ότι η ανεργία αυξήθηκε διότι, σε περίοδο κρίσης, παρά το γεγονός ότι πέφτουν οι τιμές και οι μισθοί, ‘’ο άλλος’’ δεν προσλαμβάνει καινούργιους. Αυτό συνέβαινε και τώρα στα Μνημόνια, όταν έγινε η εσωτερική υποτίμηση, μειώθηκαν οι μισθοί, αλλά καμία επιχείρηση δεν έκανε προσλήψεις. Ίσα ίσα, έβαζε και άλλους εργαζομένους σε μειωμένο ωράριο. Οπότε η βελτίωση αυτή δεν ήρθε. Αυτό όμως το οποίο θέλω να αναφέρω με έμφαση είναι ότι η μεγάλη ζημιά που έγινε και η μεγάλη καταστροφή που συντελέστηκε, ήταν στο πολιτικό τοπίο της χώρας.

Το πολιτικό σύστημα της Ελλάδος διαλύθηκε μετά την κρίση, πράγμα το οποίο φυσικά δεν θα είχε συμβεί καθόλου εάν τα πράγματα πήγαιναν καλά και η οικονομία είχε βελτιωθεί και ούτω καθεξής. Όμως διαλύθηκε και δείτε τι συμβαίνει την περίοδο εκείνη!

Κατ’ αρχήν, γίνονται τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις, το 1932 γίνονται εκλογές, το 1933, το 1935, ενώ το 1936 γίνεται ένα εκλογικό μποϋκοτάζ από το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Γίνεται μία απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου. Γίνεται ένα πολιτειακό δημοψήφισμα με πρωτοφανή νοθεία που επαναφέρει τη Βασιλεία.

Και γίνονται και τρία στρατιωτικά πραξικοπήματα, δύο από τους Φιλελεύθερους, πράγμα το οποίο οδηγεί στην εκτέλεση των τριών αξιωματικών, ένα από τον Κονδύλη για την επαναφορά της Βασιλείας. Αργότερα γίνεται και ένα κοινοβουλευτικό από τον Μεταξά που κηρύσσει δικτατορία. Όλα αυτά μέσα σε τέσσερα χρόνια. Αυτή είναι μία από τις πιο ανώμαλες περιόδους της ελληνικής ιστορίας που υπήρξε ποτέ.

Θα ήθελα εδώ να σας δείξω την πορεία την οποία ακολούθησε η δραχμή, πράγμα που έχει μεγάλη σημασία και ενδιαφέρον, και με αυτό θα κλείσω με τα στοιχεία.

Αυτό είναι ένα διάγραμμα του πόσες δραχμές αντιστοιχούν στην αγγλική λίρα.Βλέπετε ότι στην αρχή είναι ευθεία. Αυτή είναι η περίοδος που είναι μέσα στο σύστημα και είναι 375 δραχμές ανά λίρα. Μετά από λίγο όταν βγαίνει η λίρα από τον κανόνα υπερτιμάται η δραχμή και μετά όταν βγαίνει η δραχμή βλέπετε το πόσο υποτιμάται και αυτή. Κατά την άποψή μου αυτό είναι μία ένδειξη του πόσο θα είχε υποτιμηθεί το εθνικό νόμισμα εάν είχαμε βγει από το ευρώ. Δηλαδή, θα τρώγαμε μία υποτίμηση η οποία θα ήταν της τάξεως του 50-80% περίπου. Ένδειξη είναι, αλλά είναι μία από τις ελάχιστες πραγματικές ιστορικές ενδείξεις που έχουμε. Επίσης πιθανότατα θα οδηγούμασταν και σε παρόμοια φαινόμενα αποσύνθεσης και διάλυσης, όπως αυτά τα οποία σας έδειξα.

Δύο πράγματα και με αυτά θα κλείσω.

Το ένα είναι τι έφταιξε και οδηγηθήκαμε σε αυτό το αποτέλεσμα:

Αρκετά πράγματα, και εξωτερικά και εσωτερικά. Κατ’ αρχήν, η ελληνική οικονομία ήταν ακόμα σε μετάβαση, παρά την ανάπτυξη είχε ακόμα μια ισχνή εσωτερική αγορά, με αδύνατες εξαγωγές, παρά την πρόοδο που είχε συντελεστεί. Όταν λοιπόν επήλθε η διεθνής ύφεση, τα περιθώρια είχαν στενέψει. Το δεύτερο, ήταν ότι όταν ξέσπασε η κρίση δεν είχε ρευστότητα. Γιατί; Διότι κανείς δεν έδινε, διότι η Κοινωνία των Εθνών της εποχής εκείνης, δεν είχε δημιουργήσει ένα αποθεματικό για να προσφέρει αρωγή ρευστότητας στις χώρες, οι οποίες δυσκολεύονταν.

Πράγμα το οποίο σε μεγάλο βαθμό, έχει αναπληρωθεί τώρα στην Ευρωζώνη. Ένα από τα πρώτα μελήματα της Ευρωζώνης είναι να δημιουργηθούν αποθεματικά ρευστότητας, έτσι ώστε να προστρέχουν σε ενίσχυση των χωρών που είναι σε έλλειψη ρευστότητας. Το άλλο, ήταν η οξεία δημοσιονομική λιτότητα για να εμπεδώσει την αξιοπιστία της πολιτικής, η οποία όμως είχε διαρρήξει την κοινωνική συνοχή. Και όταν έπρεπε να γίνει αυτό και μετά άλλο, κι άλλο, κι άλλο για να δυναμώσει η αξιοπιστία, τα περιθώρια είχαν εξαντληθεί.

Ένας άλλος παράγοντας ήταν ο κακός χρονισμός – το bad timing. Τόσο στην είσοδο όσο και στην έξοδο. Με λίγα λόγια, η Ελλάδα άργησε να μπει στον Κανόνα όταν η διεθνής οικονομία ανθούσε και άργησε να βγει όταν ήταν είχε βυθιστεί στην ύφεση. Ενώ άλλες χώρες έμπαιναν από το 1922. Βεβαίως, η Ελλάδα δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο γιατί είχε την Μικρασιατική, τους πρόσφυγες και όλα αυτά. Αλλά αυτά έχουν κόστος αδυσώπητο στην διεθνή σκηνή… Μετά, άργησε να βγει, ενώ θα μπορούσε να είχε αποσυνδεθεί ενδεχομένως ένα χρόνο πριν. Αλλά επειδή είχε μπει αργά δεν μπορούσε να βγει και αμέσως. Το βασικότερο όμως που σας είπα, ήταν η έλλειψη διεθνούς συντονισμού και βοήθειας.

Έχοντας πει όλα αυτά, αυτό το οποίο θα ήθελα να βγάλω ως συμπέρασμα και να κλείσω είναι να δούμε τι ήταν τελικά αυτή η περίοδος. Δηλαδή να υποθέσουμε, ότι όλη αυτή η πολιτική ήταν μία χρονοκάψουλα του μεσοπολέμου, την οποία την ανοίγουμε τώρα. Τι θα βρούμε να έχει μέσα αυτή η χρονοκάψουλα; Κατ’ αρχήν, πρέπει να πούμε ότι όλες αυτές οι πολιτικές δημιουργήθηκαν από την ανάγκη μιας ισχυρής Ελλάδας, έπειτα από πολλές καταστροφές και ταπεινώσεις. Από την ανάγκη μιας δικαιότερης κοινωνίας και μιας σύγχρονης οικονομίας. Αυτοί ήταν οι βασικοί προσανατολισμοί.

Όταν ανοίξουμε τη χρονοκάψουλα, πιστεύω ότι τα διδάγματα τα οποία θα δούμε, είναι η ανάγκη να υπάρχει μία ομαλότητα και συναίνεση στα μεγάλα εθνικά θέματα, μία διαρκής προσπάθεια για τη βελτίωση της εκπαίδευσης με καθολική συμμετοχή, να έχουμε σύγχρονες υποδομές παραγωγής και βελτίωσης του επιπέδου ζωής και φυσικά να έχουμε ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον με ένα κοινό νόμισμα και πολιτικές, οι οποίες αντέχουν στις πολλαπλές διεθνείς κρίσεις. Να μην είμαστε αβοήθητοι, όπως έμεινε η Ελλάδα και άλλες χώρες, ασθενείς χώρες κυρίως, στην κρίση του 1932.

Βεβαίως, αν ζητάτε τη γνώμη μου, θεωρώ ότι ακόμα απέχουμε από το να ενστερνιστούμε και να εφαρμόσουμε αυτά τα διδάγματα, αλλά η ελπίδα είναι κάτι το οποίο μπορεί να μας κρατάει έτσι ενωμένους και δραστήριους και να προσπαθούμε.

Σας ευχαριστώ πολύ.

ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗ ΥΠΟ ΜΟΡΦΗ POWER POINT:

Πληροφορίες

Social Links

Translate