Σπύρος Βλαχόπουλος
Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μαθητής στην Αθήνα. Η αλληλογραφία του με τον πατέρα του, Κυριάκο Βενιζέλο.
Πόσα πολλά μπορεί να μάθει κανείς από την αλληλογραφία του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον πατέρα του.
Διάλεξη στο Ιδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου και τη Λέσχη Φιλελευθέρων, 2.4.2026. Στην εκδήλωση συμμετέσχε με εισήγηση και ο Επίτιμος Πρόεδρος του Ιδρύματος Βενιζέλου κ. Γεώργιος Κ. Στεφανάκης. Συντονισμός από τον Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη
Λένε ότι η παιδική και εφηβική ηλικία είναι οι πλέον καθοριστικές στη ζωή ενός ανθρώπου. Και πράγματι έτσι είναι, όπως αποδεικνύει και η αλληλογραφία του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον πατέρα του, Κυριάκο Βενιζέλο, όταν ο πρώτος φοιτούσε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα. Μέσα από την αλληλογραφία αυτή μαθαίνει κανείς την έντονη επιθυμία του πατέρα του να γίνει ο Ελευθέριος έμπορος και να τον διαδεχθεί στις επιχειρήσεις του, την κλίση του Ελευθέριου Βενιζέλου στις κλασικές σπουδές που επιβεβαιώθηκε με τη μετάφραση του Θουκυδίδη, το έντονο ενδιαφέρον του για τα εθνικά θέματα με επίκεντρο βεβαίως το Κρητικό ζήτημα, τον σεβαστικό χαρακτήρα του Ελευθέριου Βενιζέλου χωρίς όμως να λείπουν και οι εξάρσεις εφηβικής «αυθάδειας», ακόμη και τις ασθένειες που ταλαιπωρούσαν την υγεία του Ελευθέριου στην ηλικία εκείνη και την έντονη ανησυχία της οικογένειάς γι’ αυτές. Η αλληλογραφία του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον πατέρα του περιέχεται στο εξαντλημένο πλέον βιβλίο του Νικόλαου Τωμαδάκη με τον τίτλο «Ο Βενιζέλος Έφηβος. Γενεαλογικά – Αλληλογραφία – Κείμενα» (εκδόσεις Κυδωνία, 1964). Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα σχολικά χρόνια του τότε μικρού Λευτέρη και μετέπειτα Εθνάρχη.
Η εγκατάσταση στο Λύκειο Αντωνιάδου.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Κρήτη, ο πατέρας του όμως αποφάσισε τη συνέχιση των σχολικών σπουδών στην Αθήνα, στο Σχολείο Αντωνιάδου ως οικότροφος. Το σχολείο αυτό προτιμήθηκε από τα άλλα εκπαιδευτήρια της Αθήνας γιατί είχε δεύτερη γυμνασιακή τάξη και παρότι τα δίδακτρα ήταν υψηλά (εκατό χρυσές δραχμές μηνιαίως). Μάλιστα και όπως φαίνεται από την επιστολή του Κυριάκου Βενιζέλου της 22ας Ιανουαρίου 1878, ο ιδιοκτήτης του σχολείου φαίνεται ότι ήταν πολύ σκληρός στην είσπραξη των διδάκτρων και των τροφείων: «Έγνων εκ της επιστολής σου ότι ο κ. Διευθυντής επιμένει να τω εμβάσω τα τροφεία του διά την γ’ τριμηνίαν, όπερ είχον χρέος να πράξω κατά την πρώτην του ελευσομένου Μαρτίου και κάπως σκληρά φέρεται προς ημάς τους δυστυχείς Κρήτας, να ζητή δηλ. προ του πρέποντος καιρού τα τροφεία, ενώ, όχι μόνον ένεκα των ανωμαλιών της Πατρίδος, τα οικονομικά μας καταστρέφονται, αλλά και η μεγαλυτέρα φροντίς μας είναι πως θα δυνηθώμεν να σωθώμεν εκ του επαπειλουμένου κινδύνου. Οπωσδήποτε, δια να ευχαριστήσω τον κ. Διευθυντήν, ίνα μη παύση την υπέρ σου πατρικήν στοργήν του, πιθανόν να του στείλω με το ερχόμενον ταχυδρομείον τα ζητούμενα, εάν δεν αναγκασθώ να έλθω αυτού οικογενειακώς και τότε του τα δίδω αυτοπροσώπως. (Δείξε του την παρούσαν)».
Τη μέριμνα για τον μικρό Λευτέρη που ζούσε μακριά από το πατρικό του σπίτι, την είχε αναλάβει ο Δημήτριος Φέρμπος, ο οποίος εκτελούσε ουσιαστικά τα χρέη κηδεμόνα. Στην επιστολή του προς τον Κυριάκο Βενιζέλο στις 23 Σεπτεμβρίου 1877 γράφει: «Έκτοτε και εγώ και ο αδελφός μου επεσκέφθημεν τον Ελευθέριον, όν εύρομεν ευχαριστημένον εκ της νέας του ζωής. Αι προς αυτόν επισκέψεις μας θα είναι συχναί, τούτο μεν όπως μανθάνωμεν τα κατ’ αυτόν παρά του ίδιου, τούτο δε όπως παρακολουθώμεν τας προόδους αυτού εις τα γράμματα κλπ.». Ο Φέρμπος μεριμνούσε ακόμη και για τη διαχείριση των χρημάτων από τον Ελευθέριο: «Αληθώς περιττόν είναι να κρατή χρήματα ο υιός σας, διότι δεν τω χρησιμεύουσιν, οπωσδήποτε όμως ολίγα κερμάτια διδόμενα αυτώ από καιρού εις καιρόν δεν θα είναι μέγα έγκλημα. Είμαι βέβαιος ότι ο Ελευθέριος θα ποιήται καλήν χρήσιν αυτών». Ο Ελευθέριος έκανε και μαθήματα χορού στο σχολείο και φορούσε υποχρεωτικά στολή όταν έβγαινε για «περίπατο».
«Σπεύδε βραδέως»!
Οι επιστολές του Κυριάκου Βενιζέλου προς τον υιό του φανερώνουν έναν πατέρα στοργικό, ταυτόχρονα τρυφερό και αυστηρό, που έχει ως πρωταρχική του έννοια την υγεία και την πρόοδο του παιδιού του. Στην επιστολή του προς τον Ελευθέριο της 19ης Σεπτεμβρίου 1877, αφού εκφράζει τα παράπονά του για τους δασκάλους του στην Κρήτη τον συμβουλεύει να μη βιάζεται και να «σπεύδει βραδέως»: «ευχαριστήθην άκρως, διότι ου μόνον εκρίθης άξιος να καταταχθής εις την δευτέραν, αλλά και ότι εάν ο ασυνείδητος διδάσκαλός σου ενταύθα Παπαδάκης δεν σοι παραμελούσε δύο σπουδαία μαθήματα, ήτοι τα μαθηματικά και λατινικά, προπάντων ίσως τα πρώτα, ήθελες καταταχθή πιθανώς και εις την τρίτην. Αλλά τούτο δεν πειράζει. Προτιμώ εις την δευτέραν, διά να ακολουθήσης κατά τάξιν όλην την σειράν των μαθημάτων και να μη γίνη η σπουδή σου επιπόλαιος. Άλλωστε ενστερνίσου το απόφθεγμα ‘σπεύδε βραδέως’, η ηλικία σου – χάρις τω Θεώ – είναι ακόμη μικρά, το πνεύμα σου κάπως οξύ, ώστε έχεις καιρόν να μάθης, αρκεί να σου δίδη ο Θεός υγείαν».
Η υγεία του Ελευθέριου Βενιζέλου και … το αν φοράει τη φανέλα του.
Αυτό που απασχολεί περισσότερο απ’ όλα τον Κυριάκο Βενιζέλο, είναι η υγεία του γιου του. Στην επιστολή του της 19ης Σεπτεμβρίου 1877 αναφέρει: «Πρέπει δε να γινώσκης ότι η πολύ τρυφερά ηλικία, κατά φυσικόν λόγον, και αν δυνηθή να βαστάση το φορτίον δυσαναλόγων αυτή μαθημάτων, πιθανόν να μην έχη ως προς την υγείαν ευάρεστα αποτελέσματα. Εγώ δε σε θέλω, και ο Ύψιστος ας εισακούση κάλλιον, όπως γίνης εύρωστος, ου μόνον κατά την ψυχήν, αλλά και κατά το σώμα, διότι όταν το εν πάσχη, ουδέν αξίζει το έτερον». Κλείνει δε την επιστολή του με τη λέξη «υγίαινε».
Φαίνεται πάντως ότι ο Ελευθέριος ταλαπωρούνταν κατά διαστήματα από ζαλάδες και κοιλόπονους και στα τέλη Μαρτίου 1878 έγραφε στον πατέρα του ότι χαίρει υγείας «διότι ό τε κοιλόπονος και η ζαλάδα δεν με ενοχλούσι πλέον και φαίνονται οιονεί εκλείπουσαι». Η ανησυχία του πατέρα για την υγεία του γιου του είναι τέτοια, ώστε στις 27 Φεβρουαρίου 1878 γράφει στον Φέρμπο: «Ταύτην την στιγμήν έλαβα την από 27 εκπνεόντος μηνός επιστολήν σας, αγγελλούσης μοι, ότι τέλος πάντων τον Ελευθέριον είδεν ιατρός και τω έδωσε καταπότια ου μόνον διά τον κοιλόπονον αλλά και διά την ζάλην, δεν μοί προσθέτητε δε μίαν παρηγορητικήν λέξιν …, αλλ’ αφήνετε ελαστικήν την έννοιαν, δια να βασανίζωμαι υπό μεγάλης ανησυχίας, καθότι του δυστυχούς πατρός η καρδία συνήθως τα εναντία και τα λυπηρά υποθέτει. Ας ελπίσω ότι δι’ επομένης σας θα με καθησυχάσετε, εν πάση όμως ειλικρινεία ήτοι επιθυμώ ν’ ακούσω όλην την αλήθειαν οπωσδήποτε».
Η έννοια του πατέρα για την υγεία του Ελευθέριου είναι τέτοια, ώστε στις 11 Δεκεμβρίου 1877 του γράφει ακόμη και για τη φανέλα του που πρέπει να φοράει: «Ο χειμών εφέτος είν’ εδώ δριμύτατος και με αναγκάζει να οικουρώ εις Χαλέπαν. Πιθανόν να είναι και αυτόσε τοιούτος, ώστε να μην μένης χωρίς φανέλλα, σε παρακαλώ»! Και ο Ελευθέριος του απαντάει στις 17 Δεκεμβρίου ότι τη φοράει τη φανέλα! «Καθώς μοι γράφετε, ο χειμών αυτού είναι δριμύτατος. Τουναντίον όμως εδώ είναι ελαφρότατος μέχρι τούδε και μόλις τετράκις ή πεντάκις έχει βρέξει, αλλ’ όμως επειδή ίσως εις το μέλλον είναι βαρύς, δια τούτο θα φορέσω την φανέλλαν. Την φανέλλα την εφόρεσα». Ο πατέρας του όμως εξακολουθεί να ανησυχεί και τον προτρέπει στις 20 Μαρτίου 1878 να μην βιαστεί να βγάλει τη φανέλα! «Είχες γράψει προ τινός ότι εφόρεσες κατάσαρκα φανέλλαν, αν ούτως έχη, μη βιασθής να την εκβάλης προ του τέλους Μαΐου. Τέλος πάντων επιμελού περί της υγείας σου, ήτις εστί πολυτιμότερον αγαθόν του ανθρώπου».
Το ενδιαφέρον για τα εθνικά θέματα.
Εάν πάντως κάτι εντυπωσιάζει και συνδέεται περισσότερο με την προσωπικότητα του Ελευθέριου Βενιζέλου και την προσφορά του στον τόπο, αυτό είναι οι αναφορές των επιστολών στα εθνικά ζητήματα και ιδίως στο Κρητικό. Είναι πράγματι εντυπωσιακοί οι έγγραφοι διάλογοι μεταξύ πατέρα και γιου, ιδίως εάν αναλογισθεί κανείς ότι ο Ελευθέριος ήταν τότε ένα μικρός μαθητής Γυμνασίου. Έτσι λ.χ. στην επιστολή της 11ης Δεκεμβρίου 1877 γράφει ο Κυριάκος Βενιζέλος στον γιό του: «Τα τοπικά μας επιτραχύνονται ολονέν. Εχθροπραξίαι όμως δεν ήρχισαν ποσώς. Οι πλείστοι των χωρικών και καπετάνων φρονούν ότι είναι κάλλιον ν’ αναβληθή το κίνημα μέχρι Μαρτίου, άλλοι δε ζητούν να το επισπεύσουν. Έφθασαν δε και απεσταλμένοι του Σουλτάνου, προς τον σκοπόν να εξετάσουν και θεραπεύσουν τα παράπονα των Κρητών. Ας ίδωμεν (τι θα γίνη)». Και ο Ελευθέριος απαντά στις 17 Δεκεμβρίου: «Λυπούμαι μεγάλως διά τάς ταραχάς της νήσου σας, είθε δε να υπερισχύση η γνώμη εκείνων οίτινες κρίνουν καλόν να αναβληθή η επανάστασις μέχρι του Μαρτίου, διότι ίσως έως τότε να κλεισθή η ειρήνη μεταξύ των διαμαχομένων Ρωσίας και Τουρκίας και τότε βεβαίως και αυτού θα ησυχάσουν». Εξάλλου, στις 26 Φεβρουαρίου 1878 ο Κυριάκος Βενιζέλος πληροφορεί τον γιο του ότι τα «τοπικά μας ευρίσκονται επί του παρόντος κάπως ησυχασμένα, ώστε πιθανόν να μένωσιν ούτω μέχρις ου αποφασίσωσιν οι ισχυροί περί του ατυχούς τόπου τούτου. Μη ανησυχής λοιπόν – ποσώς περί ημών, ουδές μη πιστεύης τους θουρίους των εφημερίδων».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επιστολή του Ελευθέριου προς τον πατέρα του στα τέλη Μαρτίου 1878, όπου περιγράφεται η κηδεία του Όγλ (Άγγλου φιλέλληνα που σκοτώθηκε στη Μακρυνίτσα κατά τη διάρκεια της επανάστασης της Θεσσαλίας του 1878): «Προχθές ετελέσθη μεγαλοπρεπέστατα η κηδεία του ατυχούς Όγλ, η εκφορά είχεν ως εξής: προεπορεύοντο η μουσική, μετά ταύτα ήσαν οι φοιτηταί του Πανεπιστημίου εν στολή, τούτοις είποντο οι μαθηταί του εκπαιδευτηρίου μας κρατούντες τους στεφάνους ανερχομένους εις τους ογδοήκοντα, μετά ταύτα το άπειρον πλήθος, εκατέρωθεν του οποίου υπήρχε στρατός. Φθάσαντες δε εις το Α’ Νεκροταφείον, ο κύριος Φιλήμων απήγγειλεν επιτάφιον, παραβάλλων τον ήρωα Όγλ μετά του Βύρωνος, είτα ετάφη εν τω μέσω του πενθούντος πλήθους».
H επιθυμία του πατέρα που ευτυχώς δεν εκπληρώθηκε: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έμπορος;
Ο πατέρας του Ελευθερίου Βενιζέλου προέτρεπε τον γιο του να γίνει έμπορος και να αναλάβει τις επιχειρήσεις του, χαρακτηρίζοντας το επάγγελμα του εμπόρου έντιμο, ανεξάρτητο και επικερδές. Αναφέρει χαρακτηριστικά στην επιστολή του της 27ης Μαρτίου 1878 τα ακόλουθα, προβάλλοντας ότι ο Ελευθέριος είναι «προωρισμένος» να τον διαδεχθεί στο εμπόριο, ενώ συνδυάζει το περιεχόμενο των σπουδών του Ελευθέριου με την άσκηση του εμπορικού επαγγέλματος: «Επειδή είσαι προωρισμένος να με διαδεχθής εις το εμπορικόν στάδιον άμα τελειώσης τας σπουδάς σου, διότι και έντιμον και ανεξάρτητον και επικερδές είναι όταν εξασκήται μετά περισκέψεως και τιμιότητος, σοι συνιστώ τα εξής: α) Να επιμεληθής της καλλιγραφίας και της καθαριογραφίας, γυμναζόμενος χάριν διασκεδάσεως εν ώρα σχολής. β) Να παραδοθής διπλογραφίαν και καταστιχογραφίαν εάν σοι παρέχουσι προς τούτο καιρόν άνευ πολλού κόπου τα άλλα σου μαθήματα, και γ) Εάν, ως πιστεύω, παραδίδεται εις το Λύκειόν σας το Εμπορικόν δίκαιον, να προσπαθήσης να το διακούσης επισταμένως, διότι θεωρείται αναγκαιότατον». Μάλιστα, στην επιστολή του της 29ης Οκτωβρίου 1878 ο Κυριάκος Βενιζέλος δεν μπορεί να είναι πιο σαφής: «Του γήρατός μου προχωρούντος και της υγείας μου ολονέν χαλαρουμένης, επιμελού συν τοις άλλοις τα εμπορικά μαθήματα, διότι πιθανόν να χρειασθής ταχέως προς αντικατάστασίν μου εις το εμπορικόν στάδιον και εις την προστασίαν της οικογένειάς μας». Ευτυχώς βέβαια που δεν εκπληρώθηκε η επιθυμία του πατέρα του Ελευθέριου και η Ελλάδα δεν έχασε τον μεγάλο αυτόν πολιτικό!
Τα Γαλλικά και οι άλλες γλώσσες.
Τα Γαλλικά είναι βέβαια η κυρίαρχη γλώσσα στον κόσμο του εμπορίου και ο Κυριάκος Βενιζέλος προτρέπει τον Ελευθέριο όχι μόνο να εντρυφήσει στα Γαλλικά, αλλά να του γράφει και τις επιστολές του στα Γαλλικά. Αναφέρει έτσι στην επιστολή του της 27ης Μαρτίου 1878: «Ιδιαιτέρως δε πρέπει να επιμελήσαι την Γαλλικήν γλώσσαν και προς πλειοτέραν άσκησιν και ταχυτέραν αυτής απόκτησιν καλόν θα ήτο να μου γράφης τας επιστολάς σου τουντεύθεν εις την γλώσσαν ταύτην, εις ην θα σοι απαντώ καγώ, έστω και διά του κ. Ρωμέο λ.χ. Μολονότι δεν πιστεύω να βλάπτη εάν συ μεν γράφης εις την Γαλλικήν, εγώ δε – καθ’ ο άμοιρος αυτής – εις την Ελληνικήν». Φαίνεται πάντως ότι ο Ελευθέριος ήταν πολύ καλός στη γλώσσα αυτή, αφού με την είσοδό του στη Σχολή Αντωνιάδου στα Γαλλικά ενεγράφη στη Γ’ Γυμνασιακή τάξη ενώ στα Ελληνικά στη Β’ τάξη. Παρόλα ταύτα, η πρόοδος του Ελευθέριου στα Γαλλικά δεν είναι η αναμενόμενη και ο πατέρας του εκνευρίζεται με το σχολείο: «Ελυπήθην μαθών ότι ολίγον προεχώρησες εις τα Γαλλικά, ένεκα της αδαότητος του καθηγητού σας: οποία ασυνείδητος αγυρτεία του κ. Διευθυντού, έχοντος τοιούτον καθηγητήν, ίνα μορφώνη νέους εις την αναγκαίαν ταύτην ξένην γλώσσαν! Αλλά τι ποιητέον; Χρεία υπομονής και επιμελείας τουλάχιστον» (επιστολή της 10ης Απριλίου 1878).
Όσον αφορά τις υπόλοιπες γλώσσες, ο Κυριάκος Βενιζέλος γράφει στην επιστολή του της 27ης Μαρτίου 1878: «Η απόκτησις της Λατινικής εις νέον προωρισμένον διά το εμπόριον δεν μοι φαίνεται αναγκαία, ενώ αναγκαιοτάτη είναι η Γερμανική, έχουσα μέγιστον εμπορικόν μέλλον, αλλ’ επειδή η Λατινική είναι υποχρεωτικόν μάθημα εις το σχολείον σας δεν αντιλέγω. Ημπορείς ακολούθως και εν τη πατρική στέγη να σπουδάσης την τε Γερμανικήν και την Τουρκικήν». Στη δε επιστολή του της 10ης Απριλίου 1878 τονίζει: «Αφού σοι αρέσκει η Λατινική και αφού όντως παρέχει ωφέλειαν εις την Ελληνικήν, ακολούθει αυτήν, αλλ’ ακολουθών και την Γερμανικήν, ήτις θεωρείται αναγκαιοτάτη εις ένα έμπορον (άλλως τε δε είναι και δύσκολος κομμάτι), δεν θα κουράζεται πολύ το πνεύμα σου, όπερ δεν επιθυμώ». Πάντως, ο πατέρας του Ελευθέριου αναγνώριζε την πολύ μεγάλη σημασία των ξένων γλωσσών, δείγμα μορφωμένου ανθρώπου: «Εφίεμαι να καταρτισθής πολύγλωσσος κατά το ενόν, διότι το θεωρώ και ως στολισμόν και ως μέσον πορισμού ευζωΐας» (επιστολή της 27ης Μαρτίου 1878).
Ελευθέριε, πρόσεχε τα ορθογραφικά λάθη! Και συγχαρητήρια για τη διαγωγή σου!
Η επιστολή πάντως του Κυριάκου Βενιζέλου προς τον γιο του της 10ης Απριλίου 1878 θα μπορούσε να θυμίσει τις νουθεσίες πολλών σημερινών γονιών προς τα παιδιά τους: «Εις την απαντωμένην επιστολήν σου απήντησα ορθογραφικά τινά λάθη, ουχί εξ αγνοίας – ως ελπίζω – προκύψαντα, αλλά μάλλον εξ απροσεξίας. Διόρθωσον τούτο, σε παρακαλώ, εις το εξής. Μη λησμόνει δε ότι μία καθαρογεγραμμένη, ορθογεγραμμένη και κατά το εφικτόν καλοσυντεταγμένη επιστολή, είναι πάν ό,τι αξιοζήλευτον και τερπνόν». Αν και βέβαια με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μάλλον και αυτή η συμβουλή θα αποτελέσει σύντομα παρελθόν …
Ένα σημείο πάντως, στο οποίο ο Κυριάκος Βενιζέλος διαφέρει από ορισμένους σημερινούς γονείς, είναι ότι αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στη διαγωγή του γιου του παρά στους βαθμούς του. Γράφει λοιπόν στην επιστολή του της 27ης Μαρτίου 1878: «Τους δύο εγκλεισμένους ελέγχους των σπουδών σου έλαβον και κατευχαριστήθην διά τάς προόδους σου και ιδίως δια την αξιέπαινον καλήν διαγωγήν σου, ήτις είναι το τιμιώτερον και ασφαλέστερον εφόδιον του νέου και παντός ανθρώπου. Σοι απονέμω δε ένεκα τούτου την από μέσης καρδίας πατρικήν ευχήν μου. Αλλ’ όλα ταύτα λέγων δεν εννοώ να κουράζης πολύ το πνεύμα σου, όπερ ατονίζει και το σώμα, και εγώ προ πάντων σε θέλω ου μόνον κατά νουν αλλά και κατά σώμα υγιή».
Το φαγητό του Ελευθέριου και τα δέματα με τα κάστανα, τα πορτοκάλια και τα … φοινίκια!
Ο Κυριάκος Βενιζέλος φρόντιζε και για τη διατροφή του γιου του και του έστελνε συχνά δέματα με εκλεκτά κρητικά προϊόντα. Έτσι, στην επιστολή της 2ας Οκτωβρίου 1877 αναφέρει: «Εις εν κιβώτιον στέλλω μερικά κάστανα του κ. Φέρμπου, ίνα κρατήση εις την οικίαν του μέρος και τα λοιπά να σας φέρη. Δεν είναι όμως αρκούντως καλά τα κρητικά κάστανα εφέτος». Ακόμα πιο «γλυκιά» είναι η επιστολή της 5ης Δεκεμβρίου 1877, με την οποία ο Κυριάκος Βενιζέλος πληροφορεί για την αποστολή κιβώτιου με φοινίκια (γλυκό που μοιάζει με μελομακάρονο). Άλλωστε, πλησιάζουν τα Χριστούγεννα και η ονομαστική γιορτή του Ελευθέριου. Η αστική ευγένεια της οικογένειας Βενιζέλου είναι μάλιστα τέτοια, ώστε ο πατέρας να συμβουλεύει τον γιο και για το κέρασμα στους καθηγητές και τους συμμαθητές του: «Εν κιβώτιον … με εκλεκτά πορτοκάλια και εντός αυτού εν τενεκεδ. κουτί με φοινίκια τα οποία σου στέλνει η μήτηρ σου διότι, λέει, τα αγαπάς, ή τουλάχιστον διότι είναι προσεχώς η εορτή του ονόματός σου, θα σοί παραδώση ο κυρ Δημητρός, ίνα εκ τούτων (φιλεύσης) από ολίγα τους καθηγητάς σου, τα δε λοιπά τρώγετε με τον διευθυντήν και τους συμμαθητάς σου εις την τράπεζαν». Παρόλα ταύτα, στην επόμενη επιστολή της 11ης Δεκεμβρίου 1877 ο πατέρας συμβουλεύει τον γιο να μην τρώει πολλά φοινίκια με μιας γιατί είναι δύσπεπτα! «Με το παρελθόν ατμόπλοιον σοί έστειλα μερικά πορτοκάλια και η μήτηρ σου ολίγα φοινίκια (άτινα, λέγει, αγαπάς) και πιστεύω να τα έλαβες ήδη, χρησιμεύοντα διά την εορτήν του ονόματός σου, δι’ ό σε συγχαίρομεν όλοι και σοί ευχόμεθα έτη πολλά και καλά. Τα φοινίκια όμως είναι δύσπεπτα και μη τρώγης πολλά διά μιας». Και βεβαίως τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1879 η οικογένεια του Ελευθέριου Βενιζέλου του στέλνει κουλουράκια: «σοι στέλλομεν δε διά του κομιστού του παρόντος κυρίου Γ. Καλαϊσάκη έν κυτίον (ή κοφάκι) με ολίγα λαμπριάτικα κουλουράκια και ευχόμενός σοι να διέλθης το Πάσχα εν υγεία και ευθυμία».
Πάντως, φαίνεται ότι ο Ελευθέριος δεν έμενε και πολύ ευχαριστημένος από το φαγητό του σχολείου. Αυτό τουλάχιστον προδίδει η επιστολή της αδελφής του, Μαριγώς, στις 2 Οκτωβρίου 1877: «Με λύπην μου είδα ότι δεν μένεις ευχαριστημένος εις τα φαγητά και δικαίως, αλλά θα κάνης υπομονή, Λευτεράκη μου, διότι αυτό είναι μικρό κακό και όταν συλλογιστής πρώτον ότι πόσοι επιθυμούν να τάχουν αυτά τα φαγητά κι ας είναι και με το λάδι …».
Ο σεβαστικός Ελευθέριος Βενιζέλος που υψώνει όμως και ανάστημα!
Ο Ελευθέριος ήταν πολύ σεβαστικός απέναντι στους γονείς του. Άρχιζε -σύμφωνα με τα ήθη της εποχής εκείνης- τις επιστολές του με τη φράση «Σεβαστέ μοι πάτερ» και τελείωνε με τη φράση «Σας προσκυνώ μετά βαθυτάτου σεβασμού». Στην αλληλογραφία ωστόσο του Ελευθέριου με τον πατέρα του καταγράφεται και ένα περιστατικό, όπου ο πατέρας μαλώνει τον γιο και ο τελευταίος προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Ο Ελευθέριος πάσχει από οίδημα στο πόδι και, παρά τις συμβουλές, δεν βάζει βάμμα ιωδίου. Ο πατέρας του εκνευρίζεται και του γράφει τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1879: «έγνων μετ’ ευχαριστήσεως ότι υγιαίνεις κατά τα λοιπά, αλλ’ ότι το του ποδός σου οίδημα εξακολουθεί ενυπάρχον και τούτο ίσως διότι ούτε με τας οδηγίας ας σοι έδωσεν εξακουστός ιατρός θέλεις να συμμορφωθής, ούτε τας διακαείς πατρικάς παραινέσεις μου … να υπακούσης, τούθ’ όπερ με καταθλίβει. Τοσούτω μάλλον καθ’ όσον ήτον ευκολώτατον και λογικόν πράγμα η εξωτερική επάλειψις του πεπονθόντος μέρους δι’ απλού του ιωδίου βάμματος. Και είναι μεν αληθές ότι δικαιολογείς την έλλειψιν επί τω λόγω ότι επειδή διέλυσαν τας σκευοθήκας (αρμάρια) του μελετητηρίου σας δεν ευρίσκεις μέρος να θέσης το φιαλίδιον του εν λόγω ιατρικού, αλλά με πιστεύεις τόσον ευήθη, ώστε να μη θεωρήσω τούτο ως πρόφασιν όλως αδικαιολόγητον; Τάχα εάν δεν ευρίσκετο γωνία τις εν όλω τω εσωτερικώ της Σχολής, ίνα εναποθέσης την μικροτάτην ταύτην φιαλίδα …; Λυπούμαι, υιέ μου, διά την παρακοήν σου αυτήν, εις υπόθεσιν μάλιστα αφορώσαν τίποτε ολιγώτερον ή περί της υγείας σου όπερ εστί το πολυτιμότερον αγαθόν εν τω κόσμω». Και ο Ελευθέριος του απαντάει απολογητικά το Μεγάλο Σάββατο: «ελυπήθην άκρως ιδών ότι επιστεύσατε ότι θέλων να σας εξαπατήσω σας έγραφον ότι δεν είχον μέρος να θέσω το δοχείον του βάμματος ιωδίου. Και όμως αύτη ήτο η μόνη αλήθεια. Διότι αφού δεν είχον μέρος εις το μελετητήριον έπρεπε να το θέσω εις τι μέρος των κοιτώνων. Αλλά συλλογισθήτε αν ήτο δυνατόν η περιέργεια 30 μαθητών να το αφήση ανέπαφον. Βεβαίως όχι, ώστε μεγάλως ηπατήθητε να συλλάβητε τοιαύτην ιδέαν!».
Υπάρχει όμως και μια περίπτωση, όπου ο Ελευθέριος «υψώνει ανάστημα» απέναντι στους δικούς του! Ήταν τότε που η αδελφή του μάλωσε τον Ελευθέριο με το σκεπτικό ότι διασκέδαζε στην Αθήνα με αποτέλεσμα αυτός να θυμώσει και να φερθεί απότομα στην αδελφή του και στο τέλος να παρέμβει ο πατέρας και να επιπλήξει τον Ελευθέριο. Τότε ήταν που ο Ελευθέριος απάντησε «δεόντως» με παραπομπή σε αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους και με λατινικά χωρία, παρότι μαθητής γυμνασίου! «Βεβαίως δεν αρνούμαι ότι κάπως απερισκέπτως έγραψα εκείνην την προς την Ελένην επιστολήν μου. Αλλά τούτο προήλθεν εκ του ότι άμα έλαβον την επιστολήν εκείνην της αγαπητής μοι Ελένης, εν η είδον τα δίκαια παράπονά μου ανατρεπόμενα και εν τέλει το ουχί ολίγον προσβλητικόν ‘ότι δεν εξήλθον της πατρικής στέγης διά να εντρυφήσω κτλ.’ δυστυχώς εθυμώθην λίαν και επειδή ώφειλον να απαντήσω την αυτήν ημέραν, έγραψα κατεχόμενος υπ’ οργής. Αλλά με τούτο δεν έπεται ότι λησμονώ το γνώθι σ’ αυτόν, ουδέ ότι ομοιάζω τους εν τω γνωμικώ του Γεροστάθους αναφερομένους (μολονότι και υμείς αυτό το λέγετε) και τον εν Αιγός ποταμοίς στρατηγόν των Αθηναίων Φιλοκλή, όστις συμβουλευόμενος υπό του Αλκιβιάδου, κατά τον Κορνήλιον Νέπωτα (id est si vere dictum…, όπερ έστι …). Ουδέποτε δε μη πιστεύσατε ότι έχω οίησιν και μάλιστα τόσην, ώστε να μην απεκδέχωμαι τας συμβουλάς του φιλοστόργου μοι πατρός».
Η κλοπή στο σχολείο.
Ούτε όμως η εποχή εκείνη αποτελούνταν μόνον από «αγίους»! Αυτό το αποδεικνύει και η επιστολή του Ελευθερίου προς τους γονείς του της 11ης Νοεμβρίου 1877, όπου αναφέρεται σε περιστατικό κλοπής στο γραφείο του Διευθυντή του Σχολείου με λεία, μεταξύ άλλων, και ένα πιστόλι! Κύριοι δε ύποπτοι φέρονταν ο μάγειρας και ο επιστάτης του σχολείου: «Προ δύο εβδομάδων διεπράχθη κλοπή εις το κατάστημα. Κλέπται δηλαδή εισελθόντες εις το γραφείον του κυρίου Διευθυντού και ευρόντες το κλειδί της κάσσας του εις το γραφείον του, την άνοιξαν και αφήρπασαν 2.800 δραχμών, δύο ωρολόγια και 1 πιστόλιον και τινά άλλα. Συνελήφθησαν δε ως ύποπτοι ο μάγειρος και εις επιστάτης και πολλοί άλλοι. Προς το παρόν όμως ο κλέπτης δεν ανεκαλύφθη».
Να ξεχωρίζουμε από τους άλλους Βενιζέλους!
Υπάρχουν και ορισμένα εξαιρετικά «χαριτωμένα» χωρία στις επιστολές του Κυριάκου Βενιζέλου προς τον γιο του. Ένα από αυτά απαντάται στην επιστολή της 2ας Οκτωβρίου 1877, όπου στο υστερόγραφό του ο πατέρας προτρέπει τον γιο του να αναγράφει το γράμμα «Κ» (από το πατρώνυμο Κυριάκος) ανάμεσα στο κύριο όνομα και στο επώνυμο, προκειμένου να ξεχωρίζει από τους άλλους Βενιζέλους που κατοικούσαν στην Αθήνα! «Υ.Γ. Όταν υπογράφης να βάλλης εν τω μέσω του ονοματεπωνύμου σου και το αρχικόν στοιχείον του ονόματός μου Κ., προς διαστολήν από άλλους Βενιζέλους, ους έχει η Αθήνα».
Η ολοκλήρωση των σχολικών σπουδών στην Ερμούπολη. Η αρχή μιας μεγάλης πορείας.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ολοκλήρωσε όμως τις σχολικές του σπουδές στην Αθήνα, αλλά στην Ερμούπολη της Σύρου. Το απολυτήριό του έγραφε: «Ο κύριος Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος εκ Κρήτης, ετών 17, πατρός εμπόρου, διακούσας τα εν τω Γυμνασίω τούτω διδασκόμενα μαθήματα και την απολυτήριον δοκιμασίαν υποστάς, κρίνεται άξιος του βαθμού κάλλιστα (5 και 17/19) και της εις το Πανεπιστήμιον φοιτήσεως. Η δε εν τω γυμνασίω διαγωγή αυτού υπήρξε κοσμία. Εν Ερμουπόλει Σύρου τη 28η Ιουνίου 1880». Μάλιστα, μιλώντας στη Σύρο, ως Πρωθυπουργός πλέον, τον Φεβρουάριο του 1912 δήλωνε «ζωηρώς συγκεκινημένος» για την ενθουσιώδη υποδοχή την οποίαν μοι παρέχει η πρωτεύουσα των Κυκλάδων, προς την οποίαν τόσοι με συνδέουν δεσμοί, όπου έφαγον εις μικράν ηλικίαν τον άρτον της εξορίας, όπου διήκουσα τα μαθήματα της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, όπου συνεπλήρωσα τον κύκλον της εγκυκλίου παιδεύσεως, και προς την οποίαν οφείλει τοσαύτα ο εν εμοί πνευματικός και ηθικός άνθρωπος».
Στη συνέχεια ο Ελευθέριος Βενιζέλος φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετά άρχισε η λαμπρή πορεία του. Κανείς βέβαια δεν μπορούσε να γνωρίζει ήδη από τα εφηβικά του χρόνια, το τι θα ακολουθήσει στη ζωή του. «Μέσα όμως από τις γραμμές» της αλληλογραφίας του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον πατέρα του μπορεί κανείς να διακρίνει τα πρώτα σκιρτήματα ενός μεγάλου πολιτικού που σημάδεψε την πολιτική ιστορία της νεώτερης Ελλάδας.
(το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε σε δύο συνέχειες στην Εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» στις 8/2/2026 και 22/3/2026).