Πολυάνθη Τσίγκου
Φιλόλογος, Σύμβουλος Εκπαίδευσης, Μέλος του Δ.Σ. του Ιδρύματος Ιστορίας Ελ. Βενιζέλου και πρώην Συνδιευθύντρια του Κολλεγίου Αθηνών

Η εκπαιδευτική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου – Τα πρότυπα σχολεία της εποχής
(Συντονισμός από την Καθηγήτρια κ. Ειρήνη Σταματούδη, Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και Διευθύντρια του Ελληνικού Παραρτήματός της στην Αθήνα. Μετά την κατωτέρω εισήγηση ακολουθεί χαιρετισμός από τον κ. Αλέξη Φυλακτόπουλο, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, το οποίο διοικεί το Κολλέγιο Αθηνών και το Κολλέγιο Ψυχικού )
Διάλεξη στο Ιδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου και τη Λέσχη Φιλελευθέρων, 16.6.2026
Στη στροφή του 19ου αιώνα, διατυπώνεται έντονα η ανάγκη για μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Τα βασικά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης την περίοδο αυτή ήταν υψηλός αναλφαβητισμός, έλλειψη σχολικών κτιρίων, απουσία εξειδικευμένων δασκάλων, έμφαση στην κλασική παιδεία, περιορισμένη τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, μεγάλες ανισότητες μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών και, βεβαίως, το γλωσσικό ζήτημα, που επηρέαζε έντονα τη διδασκαλία. Υπήρχε έντονος προβληματισμός για την ανάγκη εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης. Παιδαγωγοί και διανοούμενοι υποστήριζαν ότι το σχολείο έπρεπε να γίνει πιο σύγχρονο, πιο πρακτικό και πιο κοντά στις ανάγκες της κοινωνίας. Την εποχή αυτή, ιδρύθηκαν αρκετά ιδιωτικά και πρότυπα σχολεία, κυρίως με δωρεές ευεργετών, που προσέφεραν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.
Προβενιζελική περίοδος
Η δομή της εκπαιδευτικής πυραμίδας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση είχε ως ακολούθως:
-Τριτάξιο νηπιαγωγείο
-Τετρατάξια ή εξατάξια γραμματοδιδασκαλεία (σε αγροτικές, φτωχές περιοχές), τετρατάξια δημοτικά σχολεία (σε χωριά και κωμοπόλεις),
-Πλήρη εξατάξια δημοτικά σχολεία (σε πόλεις, συντηρούμενα από δημοτικούς πόρους).
Τα παιδιά συνέχιζαν σε:
-Τριτάξια ελληνικά σχολεία (από δ΄ δημοτικού),
-Τετρατάξια γυμνάσια
Λειτουργούσαν επίσης:
Πλήρες Ανώτερο Παρθεναγωγείο (10ταξιο σε δύο τμήματα: α΄ τμήμα με οκτώ τάξεις, β΄ τμήμα με 2 τάξεις
3τάξιο Διδασκαλείο Θηλέων (Φιλεκπαιδευτκή Εταιρεία) και
Το Πανεπιστήμιο.
Με την αλλαγή του αιώνα, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της εκπαίδευσης οργανώθηκαν γύρω από το κίνημα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, που, εκτός από γλωσσικό, αναδείχθηκε σε σημαντικό πολιτικό και πολιτισμικό ζήτημα και συνδέθηκε με το αίτημα για ουσιώδεις εκπαιδευτικές αλλαγές. Τα μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου και της Φοιτητικής Συντροφιάς που ιδρύθηκαν το 1910 έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη γλωσσική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Η εκπαιδευτική πολιτική του Ελ. Βενιζέλου
Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα των Φιλελευθέρων (οι πολιτικοί στόχοι που επιδίωκε το κόμμα με τις θέσεις του στα εκπαιδευτικά) δεν υπάρχει σαφώς διατυπωμένο. Υπήρχαν διατυπωμένες γενικές απόψεις στη Διακήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου, στις 15 Αυγούστου 1909, και στον λόγο του Ελ. Βενιζέλου, στις 5 Σεπτεμβρίου 1910, στην Αθήνα. Τις επαναδιατύπωσε δυο μήνες αργότερα με περισσότερες λεπτομέρειες στις 14 Νοεμβρίου 1910, σε προεκλογική ομιλία του στη Λάρισα: «Η εκπαίδευσις, καθυστερημένη όπως είναι, έχει ανάγκην της μεγαλυτέρας στοργής εκ μέρους της κυβερνήσεως. Ανάγκη να ληφθή μέριμνα δια την αρτίαν οργάνωσιν και ίδρυσιν του δημοτικού σχολείου των αγροτικών κοινοτήτων, ο χρόνος της μέσης εκπαιδεύσεως ανάγκη να αυξηθή κατά εν έτος, το πανεπιστήμιον θα ενισχυθή οικονομικώς, λαμβανομένης όμως συγχρόνως φροντίδος περί επεκτάσεως των ετών της φοιτήσεως, ως και καθορισμού των ετησίων εξετάσεων […]».
Τα Νομοσχέδια του 1913
Μια σημαντική πρόταση μεταρρύθμισης της εκπαίδευσης κατατέθηκε το 1913 από τον τότε υπουργό Παιδείας Ιωάννη Τσιριμώκο. Βασικός εισηγητής ήταν ο Δημήτρης Γληνός. Το σχέδιο προέβλεπε υποχρεωτική εκπαίδευση, εκσυγχρονισμό των ακαδημαϊκών προγραμμάτων, πρόνοια για την εκπαίδευση των κοριτσιών, ενδυνάμωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και των θετικών επιστημών. Τα μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια δεν ψηφίστηκαν λόγω αντιδράσεων των ποικίλων συντηρητικών κύκλων.
1917–1920
Νέα προσπάθεια γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης έγινε κατά την τριετία 1917–1920. Στο Υπουργείο Παιδείας είχαν τοποθετηθεί οι κύριοι εκπρόσωποι του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης ως Ανώτεροι Επόπτες Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, και ο Δημήτρης Γληνός ως Γενικός Γραμματέας. Κατά την περίοδο αυτή, κυκλοφόρησαν νέα αναγνωστικά βιβλία, στη δημοτική, σύμφωνα με τη γραμματική του Μ. Τριανταφυλλίδη, με περιεχόμενο εμπνευσμένο από τη σύγχρονη ζωή και τα ενδιαφέροντα των παιδιών. Τα βιβλία εκείνα προωθούσαν την κριτική σκέψη, την πρωτοβουλία την εφευρετικότητα, το συλλογικό πνεύμα και την κοινωνική αλληλεγγύη.
Το 1918, ο Ελ. Βενιζέλος ζήτησε να είναι ο πρώτος αναγνώστης των νέων αναγνωστικών του δημοτικού (Αλφαβητάρι με τον Ήλιο, Τα Ψηλά Βουνά και άλλα) και πρόσθεσε: «Πρέπει να ξέρετε ότι την εκπαιδευτική μας μεταρρύθμιση τη λογαριάζω σαν τον μεγαλύτερο τίτλο της πρωθυπουργίας μου και σαν τη μεγαλύτερη υπηρεσία μου στην Πατρίδα».
Η ήττα του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920, σήμανε το τέλος αυτής της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας με επιστροφή στην προ του 1917 κατάσταση. «Να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και να καώσι»:: η διατύπωση προέρχεται από τις Προτάσεις «της Επιτροπείας της διορισθείσης τον Νοέμβριο 1920 προς εξέτασιν της γλωσσικής διδασκαλίας των δημοτικών σχολείων».
Μεταρρύθμιση του 1929-32, επικυρωμένη με νόμους.
Είναι η ολοκληρωμένη προσπάθεια της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων για την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης, ώστε να ανταποκρίνεται στις συνθήκες και τις ανάγκες που προέκυψαν από την ενσωμάτωση των Νέων Χωρών κα τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αποτελεί τη σημαντικότερη τομή στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης από τη δεκαετία του 1830.
Τα νομοσχέδια υποβλήθηκαν στη Βουλή τον Απρίλιο 1929 από τον υπουργό Παιδείας Κωνσταντίνο Γόντικα (4 Ιουλίου 1928–2 Ιαν. 1930) και ήταν συνεπή προς τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του 1913. Οι αλλαγές περιλάμβαναν:
Νηπιαγωγείο διτάξιο
Δημοτικό σχολείο εξατάξιο, με εξάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, χρήση στο δημοτικό σχολείο της δημοτικής γλώσσας,
Γυμνάσιο εξατάξιο, με καθιέρωση μαθημάτων επιλογής και «μαθημάτων ειδικής επιδόσεως δι’ ομάδας μαθητών (μαθητριών) εκδηλούντων καταφανή κλίσιν και αξιόλογον επίδοσιν προς ωρισμένα μαθήματα», χρήση της μετάφρασης στη διδασκαλία των αρχαίων κειμένων σε ορισμένες τάξεις, καθώς και ανάπτυξη σχολικής ζωής, σύμφωνα με τη «Νέα Αγωγή».
Ανώτερο Παρθεναγωγείο, τετρατάξιο, με μετατροπή των προηγούμενων αστικών σχολείων θηλέων (στην Α΄ τάξη χωρίς εξετάσεις οι απόφοιτες εξαταξίου δημοτικού σχολείου (Νόμος 4373/1929-297Α΄, Νόμος 4397/1929-309Α΄).
Κατώτερα επαγγελματικά σχολεία (γεωργικά, επαγγελματικά, οικοκυρικά, βιοτεχνικά), διαρκείας 2-3 χρόνων.
Επιμόρφωση του εκπαιδευτικού προσωπικού,
Ίδρυση πειραματικών σχολείων στα Πανεπιστήμια Αθήνας και Θεσσαλονίκης (Νόμος 4375/1929).
Τον Κωνσταντίνο Γόντικα διαδέχθηκε στο Υπουργείο Παιδείας ο Γεώργιος Παπανδρέου (2 Ιανουαρίου 1930–26 Μαΐου 1932). Ο Γ. Παπανδρέου, παραμένοντας συνεπής στην εκπαιδευτική πορεία που είχε σχεδιαστεί από τον προκάτοχό του, έδωσε έμφαση σε ευρύ πρόγραμμα ανοικοδόμησης κτιρίων σε όλη την Ελλάδα, που υπήρξε καθοριστικό για την κτιριακή υποδομή των ελληνικών σχολείων για πολλές δεκαετίες. Οικοδομήθηκαν 3.200 σχολικά κτίρια με δάνειο που συνήφθη με σουηδική εταιρεία, ενώ τα προηγούμενα 100 χρόνια λιγότερα από 1.500.
Μετά την ήττα του Κόμματος των Φιλελευθέρων τον Σεπτέμβριο του 1932 (ανέλαβε την Κυβέρνηση το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη), υπήρξε ριζική μεταστροφή και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ανεστάλη, με πλήρη ανατροπή της από τη δικτατορία Μεταξά και επάνοδο στην εκπαίδευση του τέλους του 19ου αιώνα.
Πολύ αργότερα το 1964, η πολιτεία επανήλθε πραγματοποιώντας μια τομή στα τελματωμένα εκπαιδευτικά πράγματα με τον Νόμο 4379, η προσπάθειά της διακόπηκε από τη δικτατορία και η εκπαίδευση οπισθοδρόμησε στα προ του 1929. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της μεταπολίτευσης (1976) ήταν στην ίδια λογική με τις εκσυγχρονιστικές αλλαγές του 1929, το ίδιο και οι μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις από τη δεκαετία του 1980.
Η Ιδιωτική εκπαίδευση
Κατά τη διάρκεια του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα δεν εκδόθηκε συγκεκριμένος ειδικός νόμος για τα ιδιωτικά σχολεία. Διατάγματα και εγκύκλιοι ρύθμιζαν τα θέματα των ιδιωτικών σχολείων.
Στο Σύνταγμα του 1911, άρθρο 16 περιλαμβανόταν η διατύπωση:
«Επιτρέπεται εις ιδιώτας και εις νομικά πρόσωπα η ίδρυσις ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατά το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους».
Η διατύπωση επανελήφθη στο Σύνταγμα του 1927, άρθρο 23.
Πρώτη ειδική νομοθετική πρόβλεψη για την ιδιωτική εκπαίδευση αποτελεί ο Νόμος 997/21.10.1917 «Περί ιδρύσεως και λειτουργίας εν τω Κράτει ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων» (245Α΄). Η όλη λειτουργία των ιδιωτικών σχολείων τέθηκε υπό τον έλεγχο της πολιτείας. Μεταξύ άλλων διατάξεων του Νόμου, καθορίστηκαν τα σχετικά με την ίδρυση των ιδιωτικών σχολείων, τα προσόντα και οι υποχρεώσεις των ιδρυτών και του εκπαιδευτικού προσωπικού και παρασχέθηκε σχετική ελευθερία κινήσεων (παρεκκλίσεις) «όπως συν τω χρόνω η ιδιωτική εκπαίδευσις καταστή δυνατόν να χρησιμεύση ως πρότυπον και εις την παρ’ ημίν δημοσίαν εκπαίδευσιν, ως γίνεται εις πάντα τα πεπολιτισμένα κράτη». Με τον Νόμο 997/21.10.1917, επιτρεπόταν η ίδρυση ιδιωτικών γυμνασίων θηλέων. Οι τελειόφοιτες θα έπρεπε να δώσουν εξετάσεις σε δημόσιο γυμνάσιο ή σε ειδική επιτροπή, για να αποκτήσουν απολυτήριο γυμνασίου. Τα αγόρια των ιδιωτικών γυμνασίων, για να πάρουν απολυτήριο έπρεπε να φοιτήσουν στην τελευταία τάξη δημόσιου γυμνασίου.
Το 1928, 11 χρόνια μετά την έκδοση του Νόμου 997/1917, τις συμπληρώσεις του νόμου και την πείρα που αποκτήθηκε, εκδόθηκε ο Νόμος 3578/30.06.1928 «Περί ιδιωτικών σχολείων» (111Α΄). Σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση (22.03.1928), μετά την εφαρμογή του Νόμου 997/1917, «τα ιδιωτικά σχολεία, τεθέντα υπό την επίβλεψιν των κρατικών αρχών, ανεπτύχθησαν σημαντικώς και απέβησαν ουσιώδεις εκπαιδευτικοί παράγοντες, εκπαιδεύοντα αρκετάς χιλιάδας Ελληνοπαίδων και απαλλάσσοντα κατ’ ακολουθίαν το Δημόσιον των αντιστοίχων δαπανών. Φρονούντες ότι όντως εξελιχθείσα η ιδιωτική εκπαίδευσις είναι ανάγκη αφ’ ενός μεν να ενισχυθεί, αφ’ ετέρου δε να ληφθώσι τα κατάλληλα μέτρα όπως τελή υπό αυστηρότερον έλεγχον εκ μέρους του Κράτους δια να πληροί επωφελέστερον τους σκοπούς της, προέβημεν εις την σύνταξιν του συνημμένου νομοσχεδίου[…]».
Με τον νόμο αυτόν συμπληρώθηκαν οι διατάξεις για την ιδιωτική εκπαίδευση και δόθηκε η δυνατότητα να επιτραπούν στα ιδιωτικά σχολεία παρεκκλίσεις από το πρόγραμμα των δημοσίων.
Ο Νόμος 3578/30.06.1928 ίσχυσε επί μία δεκαετία. Αντικαταστάθηκε από τον Α.Ν. 1216/20.4.1938-175Α΄, «Περί ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων και Φροντιστηρίων», ο οποίος υπήρξε αυστηρότερος προς τα ιδιωτικά σχολεία. Δυόμισι χρόνια αργότερα εκδόθηκε ο Α.Ν. 2545/8.9.1940 «Περί ιδιωτικών σχολείων, φροντιστηρίων και οικοτροφείων».
Τα θέματα της ιδιωτικής εκπαίδευσης ρυθμίστηκαν οριστικά με τον Ν. 682/1977 (ΦΕΚ 244/1977).
Σε γενικές γραμμές, ο χαρακτήρας των ιδιωτικών σχολείων, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων ήταν κερδοσκοπικός μεν, αλλά συμπληρωματικός της δημόσιας εκπαίδευσης.
Τα πρότυπα σχολεία που ιδρύθηκαν με την υποστήριξη του Ελευθερίου Βενιζέλου ή γενικώς των Φιλελευθέρων
Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος – Ίδρυση στη Σμύρνη, 1875 –Mετεγκατάσταση στην Αθήνα 15 Οκτ. 1923
Τον 19ο αιώνα παρατηρείται ένα ενδιαφέρον προτεσταντικών κυρίως ιεραποστολών για την ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε πόλεις τις ανατολικής Μεσογείου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, το οποίο ιδρύθηκε το 1875 στη Σμύρνη.
Αρχικά το σχολείο ήταν μεικτό, είχε πενήντα μαθητές από γονείς κυρίως Έλληνες και Αρμένιους αλλά και Ιταλούς, Άγγλους, Γερμανούς και Τούρκους. Πρώτη διευθύντρια ήταν η Mary West. Από το 1887, λειτουργούσε σε ιδιόκτητο κτίριο. H διδασκαλία των μαθημάτων γινόταν στα Ελληνικά, Αρμενικά ή Τουρκικά, ανάλογα με τις εθνικότητες των μαθητών. Στη σχολή επικρατούσε ο ελληνικός χαρακτήρας. Τα Αγγλικά διδάσκονταν ως ξένη γλώσσα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: η ακαδημαϊκή πρωτοπορία, η έμφαση στον ρόλο των τεχνών και του αθλητισμού, στην ανάπτυξη του χαρακτήρα και την προσφορά στα κοινά. Βασική και οδηγούσα αρχή του Σχολείου το λατινικό motto Non ministrari sed ministrare [=να μην υπηρετείσαι, αλλά να υπηρετείς -πρβλ. Ματθ. 20:28], που ισχύει μέχρι και σήμερα.
To 1901, το Κολλέγιο είχε ήδη αναγνωριστεί ως πρότυπο και το εκπαιδευτικό του σύστημα είχε υιοθετηθεί από 27 άλλους κορυφαίους εκπαιδευτικούς οργανισμούς σε ολόκληρη τη μικρά Ασία. Η μεγαλύτερη στιγμή θριάμβου ήρθε το 1921 όταν η διευθύντρια Emily McCallum – με τη βοήθεια της δραστήριας Miss Mils – κατάφερε να ενσωματώσει το Αμερικανικό Κολεγιακό Ινστιτούτο ως κολέγιο σύμφωνα με τους νόμους της Μασαχουσέτης. Στο εξής, επρόκειτο να προσφέρει τετραετή προγράμματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Και ύστερα, ήλθε η Μικρασιατική Καταστροφή! Στις φοβερές ώρες της πυρπόλησης της Σμύρνης, το κτίριο της σχολής είχε γεμίσει από Έλληνες και Αρμένιους, μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς. Ο Πρόξενος των ΗΠΑ είχε στείλει μια στοιχειώδη προστασία, ένα άγημα πεζοναυτών. Τη νύχτα της 30ής προς την Τετάρτη, 31η Αυγούστου, οι πυρκαγιές γενικεύτηκαν και λίγο μετά το μεσημέρι, η σχολή καιγόταν. Οι Χριστιανοί που είχαν ζητήσει εκεί προστασία ξεχύθηκαν προς την παραλία για να σώσουν τη ζωή τους. Μαζί με το κτίριο του σχολείου, χάθηκαν και πολλά αντικείμενα αξίας, βιβλία, όργανα διδασκαλίας, έργα τέχνης. Ήταν το τέλος μιας εποχής για το Αμερικανικό Κολεγιακό Ινστιτούτο. Η επόμενη θα άρχιζε στην Ελλάδα, καθώς πολλοί μαθητές και το μεγαλύτερο μέρος του εκπαιδευτικού προσωπικού του είχαν καταφύγει στην Αθήνα.
Το ζεύγος D. Getchell είχε έλθει από την Αμερική με αποστολή από το διοικητικό συμβούλιο της Βοστώνης, για να επιβλέψει την πρόοδο των εργασιών του σχολείου της Σμύρνης. Με την είσοδο στη Σμύρνη του Μουσταφά Κεμάλ, το ζεύγος επίσης κατέφυγε στην Αθήνα. Στο τέλος της παραμονής τους στην Ελλάδα και πάνω στο πλοίο προς το Μπρίντιζι συνάντησε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου σε ένα διάλειμμα του πολιτικού μεταξύ φυλακίσεων και υποψηφιότητας στις επόμενες εκλογές. Ο Παπαναστασίου ενθάρρυνε τους εκπροσώπους του Αμερικανικού Κολλεγιακού Ιδρύματος Θηλέων για εγκατάστασή του στην Ελλάδα, ανεπίσημα μεν, ωστόσο με τη βαρύτητα του πολιτικού που στα τέλη του 1922 ήταν πολύ ισχυρός.
Το καλοκαίρι του 1923, το American Board of Commissioners for Foreign Missions είχε αποστείλει στη Λωζάννη δύο αντιπροσώπους του, τον James L. Barton και τον William W. Peet. Αυτοί σε ένα διάλειμμα των εργασιών για τη Συνθήκη, συναντήθηκαν με τον Ελ. Βενιζέλο και του ζήτησαν να συναινέσει στην εγκατάσταση του Αμερικανικού Κολλεγιακού Ινστιτούτου στην Αθήνα. Ο Βενιζέλος είχε πρόσφατα επιστρέψει από ταξίδι στην Αμερική είχε δημιουργήσει και προσωπικό δεσμό με τον Πρόεδρο Wilson και έδωσε τη συγκατάθεσή του.
Λίγο μετά τη συνάντηση των εκπροσώπων της ιεραποστολής στη Λωζάννη, και με την αίγλη που περιέβαλλε το πρόσωπο του Βενιζέλου, η ελληνική Κυβέρνηση, που είχε μια αυστηρή στάση απέναντι στα ξένα σχολεία, άρχισε να τη διαφοροποιεί και ειδικά προς αυτά που προέρχονταν από την Τουρκία. Στις 15 Οκτωβρίου 1923, με βάση τη συναίνεση του Βενιζέλου και ευνοϊκά μέτρα που πήρε η Ελληνική Κυβέρνηση, το Σχολείο άρχισε να λειτουργεί σε ενοικιασμένο κτίριο στο Παλαιό Φάληρο, με το όνομα American Junior College for Girls, έγινε όμως πολύ σαφές από το Αμερικανικό Συμβούλιο της Βοστώνης ότι αποτελούσε τη συνέχεια του σχολείου της Σμύρνης . Κεντρικός στόχος του ήταν η καλλιέργεια στα παιδιά πνεύματος κοινής προσπάθειας και προσφοράς υπηρεσιών προς την ανθρωπότητα, με απώτερο σκοπό «την αλληλοκατανόηση και αλληλοβοήθεια των εθνών του κόσμου μας».
Από τα Αρχεία του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος προκύπτει ότι η ελληνική Κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να αποδείξει την καλή της θέληση παρέχοντας όπως αναγράφεται: «άδεια προς εγκαθίδρυσιν των τοιούτων ιδρυμάτων συμφώνως τοις ελληνικοίς νόμοις, αλλά και να συμβάλη υπέρ της εγκαταστάσεως τοσούτον σπουδαίων σχολείων παραχωρούσα γήπεδα του δημοσίου ή, εν περιπτώσει καθ’ ην προετιμώντο ιδιωτικά γήπεδα, επιβάλλουσα απαλλοτρίωσιν αυτών ως προοριζομένων δι’ έργα δημοσίας ωφελείας…Η Κυβέρνησις επίσης ήθελε παράσχει απαλλαγήν εκ φόρων και…τελωνιακών δασμών των υλικών οικοδομών και άλλων ειδών ανάγκης δια την λειτουργίαν τοιούτων καθιδρυμάτων».
Το 1929, η κυβέρνηση Βενιζέλου αναγνωρίζοντας το έργο που επιτελούσε το σχολείο, του παραχώρησε άδεια για την αγορά γης στο Ελληνικό, νέο προάστιο με πολλούς κατοίκους από την Κωνσταντινούπολη. Το νέο διδακτήριο λειτούργησε το 1932. Με απόφαση του υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, το Σχολείο εντάχθηκε στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα ως γυμνάσιο θηλέων κλασικής κατεύθυνσης. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήδη από τον Οκτώβριο 1929, είχε εκφράσει παντοιοτρόπως την εκτίμησή του προς το Σχολείο, την ευδοκίμηση του οποίου θεωρούσε δικό του έργο.
Το Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος σήμερα είναι μεικτό, προσφέρει όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, είναι ένα ανεξάρτητο, μη κερδοσκοπικό, μη θρησκευτικό, ακαδημαϊκό ίδρυμα που καλλιεργεί μια γόνιμη πνευματική και πολιτιστική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Το Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος έχει ιδρύσει επίσης την Έδρα Σύγχρονων Νεοελληνικών Σπουδών Ελευθέριος Βενιζέλος, για να τιμήσει τη μνήμη και το όραμα του σπουδαίου πολιτικού, τον οποίο θεωρεί μέγα ευεργέτη του.
Κολλέγιο Ανατόλια – Ίδρυση στη Μερζιφούντα το 1886 –Mετεγκατάσταση στην Αθήνα το 1923
Το 1886 Το Κολλέγιο Ανατόλια ιδρύθηκε στο Ιεροδιδασκαλείο της Μερζιφούντας με τον Charles Tracy ως πρώτο πρόεδρο του ιδρύματος. Οι μαθητές του ήταν κυρίως ελληνικής και αρμενικής καταγωγής, οι περισσότεροι οικότροφοι. Το διδακτικό προσωπικό απαρτιζόταν από Έλληνες, Αρμένιους και Αμερικανούς. Οι εγγεγραμμένοι σπουδαστές σύντομα έφτασαν τους 115.
Το motto του σχολείου ήταν “ The morning Cometh”( Έρχεται το πρωί).
Στη στροφή του αιώνα, το Ανατόλια είχε τετρατάξιο πανεπιστημιακό τμήμα και προπαρασκευαστικό τμήμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Μέχρι τότε ήταν μόνον αρρένων, απέκτησε πλέον και τμήμα Θηλέων. Απέκτησε επίσης φήμη και καλό όνομα για υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις, σε συνδυασμό με ευρύ πρόγραμμα εξωδιδακτικών δραστηριοτήτων.
Το 1914, άρχισαν οι διώξεις των Αρμενίων. Το 1921, μετά από δίκη καταδικάστηκαν οι επικεφαλής (δύο μαθητές και τέσσερις καθηγητές) του σχολικού ομίλου «Πόντος», μιας λέσχης για τη μελέτη της ελληνικής γραμματείας, που οργάνωνε διαλέξεις, ποιητικές συγκεντρώσεις και αθλητικές εκδηλώσεις. Οι πέντε από αυτούς εκτελέστηκαν με απαγχονισμό. Η νέα τουρκική κυβέρνηση διέταξε το κλείσιμο του Κολλεγίου Ανατόλια, αναγκάζοντάς το να εγκαταλείψει τη χώρα.
Μετά την Καταστροφή της Σμύρνης και την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, Ο President George White, αποφάσισε να το μεταφέρει στην Ελλάδα. Στον δρόμο του προς την Ελλάδα συνάντησε τον Βενιζέλο στο Παρίσι, ο οποίος, όπως ο ίδιος θυμάται στα απομνημονεύματά του «τον ενθάρρυνε για την μετεγκατάσταση του Ανατόλια στην Ελλάδα και του πρότεινε τη Θεσσαλονίκη. Τον διαβεβαίωσε ότι θα είχε βοήθεια από την ελληνική Κυβέρνηση ως προς την εξεύρεση γης, την παροχή νερού και την απαλλαγή από φόρους και τελωνειακούς δασμούς. Του έδωσε επίσης μια συστατική επιστολή προς τον Αναστάσιο Αδοσίδη, πρώην Γενικό Διοικητή Μακεδονίας».
Το 1924, το Ανατόλια ξανάνοιξε τις πύλες του στη Θεσσαλονίκη ως σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε ενοικιασμένες εγκαταστάσεις ενός πρώην καζίνο, στην περιοχή Χαριλάου, με 13 μαθητές, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες. Οι συνθήκες διαβίωσης, ήταν δύσκολες όπως για όλους τους πρόσφυγες. Εκτός των άλλων η Μακεδονία μαστιζόταν από ελονοσία. Την πρώτη χρονιά το Σχολείο λειτούργησε χωρίς άδεια αλλά και χωρίς να ενοχλείται από τις ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές.
Τον χειμώνα του 1924-25 ο απόφοιτος του Ανατόλια Αθανάσιος Αγνίδης (1909), ο οποίος είχε διοριστεί στα κεντρικά γραφεία της Κοινωνίας των Εθνών, ζήτησε από τον Βενιζέλο να υποστηρίξει το σχολείο, για να λάβει την άδεια λειτουργίας του και εκείνος έγραψε μια συστατική επιστολή, στην οποία συνιστούσε στους αρμοδίους να λάβουν υπόψη τους τη δεινή θέση των προσφύγων και εξεθείαζε το εκπαιδευτικό έργο του Ανατόλια και τη βοήθεια που θα μπορούσε να προσφέρει στα παιδιά των προσφύγων για να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία.
O President White πίστευε ότι ο Βενιζέλος παρόλο που δεν ήταν στην κυβέρνηση όταν έγραψε την επιστολή, είχε μεγάλη πολιτική επιρροή. Το Υπουργείο Παιδείας πράγματι ενέκρινε την εγκατάσταση του Ανατόλια στη Θεσσαλονίκη ως ιδιωτικού εκπαιδευτικού Ιδρύματος με τέσσερις κανονικές τάξεις και μία προπαρασκευαστική, σύμφωνα με την αίτηση που είχε υποβληθεί. Θα ήταν υποχρεωμένο να υπακούει στους ελληνικούς νόμους και να εποπτεύεται από τις εκπαιδευτικές αρχές.
Παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση που έκανε δυσκολότερο το έργο των Εφόρων της Αμερικής για την συγκέντρωση δωρεών, το Ανατόλια αναπτύχθηκε σιγά σιγά, απέκτησε φήμη για την ποιοτική εκπαίδευση που παρείχε και, το 1934, μετακόμισε σε νεόκτιστες εγκαταστάσεις έξω από την πόλη, κοντά στο χωριό της Πυλαίας, στους πρόποδες του όρους Χορτιάτη.
Σε όλη αυτή την πορεία οι άνθρωποί του αναγνωρίζουν την ενθάρρυνση και διευκόλυνση που έλαβαν από υψηλόβαθμα στελέχη της Αθήνας.
Κολλέγιο Αθηνών – Ίδρυση το 1925 στην Αθήνα
Το Κολλέγιο δημιουργήθηκε, το 1925, χάρη στη γενναιοδωρία και το όραμα κάποιων φωτισμένων Ελλήνων και Αμερικανών φιλελλήνων, που οραματίστηκαν να φτιάξουν ένα σχολείο, που θα συνδύαζε την Ελληνική κλασική πνευματική παράδοση με το Αμερικανικό εκπαιδευτικό πρότυπο και τις προοδευτικές εκπαιδευτικές τάσεις στην Ευρώπη και στην Αμερική.
Το χρονικό της ίδρυσης, τη φιλοσοφία και το όραμα των ιδρυτών αποτυπώνει ο Στέφανος Δέλτα σε τρία άρθρα του στο περιοδικό Εργασία, το 1932:
«Πολλοί πολλάκις συζητήθησαν συνδυασμοὶ και επί τέλους στις 13 Αυγούστου 1925 αποφασίσθηκε να καταρτισθή εδώ μεν ελληνικό Σωματείο με όνομα «Ελληνο-Αμερικανικόν Εκπαιδευτικόν Ίδρυμα», στη Ν. Υόρκη δε άλλο σωματείο ’Αμερικανικό, με κοινό σκοπό την ίδρυση του Κολλεγίου Αθηνών. Του Σχολείου αυτού έργο θα γίνονταν, κατά την σκέψη των ιδρυτών του, η εκπαίδευση αλλά και η ψυχική μόρφωση Ελληνοπαίδων της Ελλάδος και του εξωτερικού. Ονειρεύουνταν σχολείο που να βγάζη στην κοινωνία μας άνδρες με πατριωτισμό αλλά και με ανθρωπισμό, τίμιους χαρακτήρες, παλληκάρια σωματικώς και πνευματικώς καταρτισμένα για τον αγώνα του βίου, όπως παρουσιάζεται σήμερα, με τις στοιχειώδεις γνώσεις που δίνει η μέση εκπαίδευση και προ πάντων με θέληση να μάθουν περισσότερα και με μέθοδο να μελετούν και να προσκτούν άλλες γνώσεις από τη ζωή και από την μελέτη».
Κυριότεροι ανάμεσα στους ιδρυτές, ο Εμμ. Μπενάκης, ο Στέφανος Δέλτα και η Πηνελόπη Δέλτα, Ο Εμμ. Μπενάκης αγόρασε και δώρισε στο Κολλέγιο το campus, 150 στρεμμάτων, στο Ψυχικό. Ο Στέφανος Δέλτα προσέφερε τα κεφάλαια για το χτίσιμο του Μπενακείου Διδακτηρίου και κάλυπτε τις ανάγκες του Σχολείου επί πολλά χρόνια μέχρι τον θάνατό του, το 1947. Όμως η σημαντικότερη υπηρεσία του Στεφάνου Δέλτα ήταν ότι ήταν αυτός που προσδιόρισε το εκπαιδευτικό όραμα του Κολλεγίου.
Πολλοί σπουδαίοι Αμερικανοί επίσης βοήθησαν στην ίδρυση του Σχολείου, όπως ο Edward Capps, επικεφαλής του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα και αργότερα πρέσβης των Η.Π.Α. στη χώρα μας, ο Charles Howland, Πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, ο Bert Hodge Hill, Διευθυντής της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα και άλλοι.
Στις 25 Μαΐου 1929, ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος κατά την τελετή των εγκαινίων του Μπενακείου Διδακτηρίου του Κολλεγίου Αθηνών στο Ψυχικό ανέφερε στην ομιλία του:
«Εις τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια γίνεται δυνατόν όπως πραγματοποιώνται αι μεγαλύτεραι και επιτυχέστεραι καινοτομίαι: διότι τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, τελούντα απλώς υπό την εποπτείαν του Κράτους και συμμορφούμενα μόνον προς τας γενικάς κατευθύνσεις του, έχουν την ελευθερίαν, της οποίας στερούνται τα δημόσια και δια τούτο δύνανατι να επιτελέσουν μεγαλυτέρας προόδους. Τας προόδους αυτάς περιμένομεν να πραγματοποιήση το Κολλέγιον. Τοιαύτην έχω γνώμην περί της σημασίας του Κολλεγίου».
Λίγους μήνες πριν από τον λόγο του αυτόν, στις 22 Ιανουαρίου, είχε ψηφιστεί στη Βουλή ο Ιδρυτικός νόμος του Κολλεγίου, ο Ν. 3776/1929 (τροποποίηση του Ν. 3776/27). Η συζήτηση αυτή στη Βουλή, το 1929, ήταν μια από τις πρώτες μεγάλες συγκρούσεις για την ιδιωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα, με τη συντηρητική παράταξη να ταυτίζει τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης με την απώλεια της εθνικής ταυτότητας των μαθητών.
Η παραχώρηση στο Κολλέγιο της «ισοτιμίας» το 1929 δεν ήταν μια απλή διοικητική πράξη, αλλά μια κίνηση που προκάλεσε έντονη ιδεολογική σύγκρουση στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Με τη στήριξη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου Γόντικα, το Κολλέγιο απέκτησε το καθεστώς του «Ισοτίμου» σχολείου, γεγονός που του επέτρεπε να ακολουθεί το δικό του πρόγραμμα σπουδών παραμένοντας αναγνωρισμένο από το κράτος. Ήταν μια νομική και εκπαιδευτική «επανάσταση» για την εποχή, που επέτρεψε στο Κολλέγιο να λειτουργεί έξω από τα στενά πλαίσια του δημόσιου συστήματος, χωρίς όμως οι μαθητές του να χάνουν τα δικαιώματά τους.
Όλες αυτές τις διευκολύνσεις ο Βενιζέλος δεν τις έκανε μόνο λόγω της φιλίας του με την οικογένεια Μπενάκη. Οι βασικές αρχές της εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία εισηγήθηκαν σε διάφορες φάσεις, από το 1913, οι κυβερνήσεις Βενιζέλου και την εφάρμοσαν κυρίως στην περίοδο 1929-1932, συνέκλιναν ή ταυτιζόταν σε πολλά σημεία με τη φιλοσοφία και την εκπαιδευτική πολιτική του Κολλεγίου Αθηνών την εποχή της ίδρυσής του. Και αυτό δεν είναι συμπτωματικό. Τις εισηγήσεις για τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του Βενιζέλου συνέγραψαν οι ηγετικές μορφές του Εκπαιδευτικού Ομίλου και του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Δημήτρης Γληνός και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, με τους οποίους η Πηνελόπη Δέλτα διατηρούσε σταθερή αλληλογραφία. Το ζεύγος Δέλτα, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας Μπενάκη, ήταν μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Το ζεύγος Δέλτα τον χρηματοδοτούσε και η Πηνελόπη αρθρογραφούσε συχνά στο Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου.
Το Κολλέγιο ευτύχησε στα πρώτα του χρόνια να έχει President tον Αμερικανό Homer Davis, εξαιρετικό παιδαγωγό και φιλέλληνα, ο οποίος σε αγαστή συνεργασία με τον Συνδιευθυντή Δημήτριο Γεωργακάκη οργάνωσε το πρόγραμμα και τη σχολική ζωή του Κολλεγίου με πολλές και σημαντικές αμερικανικές επιρροές.
Τα μεγαλύτερα Βραβεία που δίνονται στους τελειοφοίτους μέχρι και σήμερα είναι το Valedictorian και το Salutatorian. Τα κριτήρια απονομής δίνουν τον τύπο του μαθητή προς το οποίο κατατείνει η παιδεία και αγωγή στο Κολλέγιο και είναι 4: Ακαδημαϊκή αριστεία, ήθος, πολυσχιδής προσωπικότητα και συνεισφορά στα κοινά. Τα βραβεία απονέμονται από τους καθηγητές που δίδαξαν τους τελειοφοίτους τα δύο τελευταία χρόνια της φοίτησής τους.
Ανάμεσα στα κύρια χαρακτηριστικά του σχολείου είναι η υψηλού επιπέδου διδασκαλία, η καλλιέργεια ενδιαφερόντων και ικανοτήτων των παιδιών μέσω ενός εκτεταμένου προγράμματος εξωδιδακτικών δραστηριοτήτων, έμφαση στις διαδικασίες κοινοβουλευτικού διαλόγου στο πλαίσιο των Μαθητικών Κοινοτήτων, έμπρακτη αλληλεγγύη και προσφορά στους συνανθρώπους. Η Μαθητική Κοινότητα του Κολλεγίου Αθηνών βραβεύτηκε το 1962 από την Ακαδημία Αθηνών για την εθνική της δράση και προσφορά, καθώς από το 1949 έχτισε σειρά σχολείων σε ακριτικά μέρη της Ελλάδας με χρήματα από εράνους μεταξύ των μαθητών του σχολείου.
Το πρόγραμμα Υποτροφιών, δημιούργημα του Στεφάνου Δέλτα και της συζύγου του Πηνελόπης λειτουργεί από την ίδρυση του Σχολείου μέχρι σήμερα και δίνει τη δυνατότητα σε πολλούς μαθητές οι οικογένειες των οποίων δεν έχουν οικονομικές δυνατότητες να φοιτούν με υποτροφία. Σύμφωνα με τα λόγια του Δέλτα, δεν θα ήταν σωστό «να αποκλείονται παιδιά απόρων οικογενειών, με συστατικά επιμελείας και καλής διαγωγής, που μπορούν να εξελιχθούν καλοί και χρήσιμοι πολίται, και να καταντά η εκπαίδευσις και η μόρφωσις που δίνει το Κολλέγιον ένα είδος προνομίου της ευπορούσης τάξεως».
Το σχολείο με «ΑΝΔΡΑΣ ΤΡΕΦΟΝ» του 1925 είναι σήμερα μεικτό και στον ανανεωμένο θυρεό του αναγράφεται το motto «ΠΟΛΙΤΑΣ ΤΡΕΦΟΝ».
Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών – Ίδρυση το 1927 στις Σπέτσες
Η Σχολή οφείλει την ίδρυσή της σε τέσσερα πρόσωπα: στον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄, που αναζητούσε από τις αρχές του 2ού αιώνα τον δωρητή που θα χρηματοδοτούσε ένα «σχολείο ηγητόρων», κατά το πρότυπο των public schools της Αγγλίας· στον εθνικό ευεργέτη από την Κεφαλλονιά Μαρίνο Κοργιαλένιο, που πρόθυμα συμμερίστηκε το όραμα του βασιλιά και κληροδότησε με τη διαθήκη του (15.6.1910) στο Ελληνικό Δημόσιο 40.000 αγγλικές λίρες «δια την ίδρυσιν δημοσίου σχολείου Αν Αθήναις ή πλησίον αυτών» · στον Ελευθέριο Βενιζέλο, που υποστήριξε την ιδέα της δημιουργίας ενός προτύπου, υποδειγματικού, σχολείου· στον Σωτήριο Ανάργυρο, τον Σπετσιώτη εθνικό ευεργέτη, που διέθεσε την τεράστια περιουσία του και «κάθε ικμάδα της ψυχής του προς ανέγερσιν και λειτουργίαν σχολείου, επί τη βάσει των εν Αγγλία κρατούντων».
Ο Σωτήριος Ανάργυρος στις 12.6.1918, προσέφερε οικόπεδο και ποσό 1.000.000 δρχ. για την ανέγερση του σχολείου. Από το 1918 έως το 1927 συγκροτήθηκαν διάφορες επιτροπές, που αρχικά διαχειρίστηκαν τα δύο κληροδοτήματα από νομική άποψη και στη συνέχεια ανέλαβαν την προπαρασκευαστική εργασία για την κατασκευή και τη λειτουργία της σχολής. Σε αυτές συμμετείχε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αργότερα και ο Αλέξανδρος Δελμούζος, που ανέλαβε την ακαδημαϊκή ευθύνη της λειτουργίας της Σχολής. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος συνεργαζόταν στενά με την Μικτή Εκτελεστική Επιτροπή για τον καθορισθεί το πρόγραμμα της Σχολής. Μεταξύ άλλων αποφάσισαν να προσλάβουν τον Άγγλο καθηγητή Duchworth ως μελλοντικό Διευθυντή της Σχολής και να στείλουν με υποτροφία επτά εκπαιδευτικούς στην Αγγλία για να εξειδικευθούν για την αντιμετώπιση των παιδαγωγικών αναγκών της Σχολής.
Το 1919, συντάχθηκε το Καταστατικό του Αναργυρείου Ιδρύματος, σκοπός του οποίου ήταν « Η ίδρυσις εν Σπέτσαις Σχολής, κατά το σύστημα των εν Αγγλία Σχολών Ήτον και Χάρροου δια την αρτίαν μόρφωσιν, ηθικήν διαπαιδαγώγησιν και σωματικήν ανάπτυξιν νέων ου μόνον ικανών προς χρηστήν διοίκησιν αλλά και χρηστών τον χαρακτήρα, σεμνών το ήθος, υγιών το σώμα». Ο Σωτήριος Ανάργυρος το 1920 συνέταξε μυστική διαθήκη με την οποία κληροδοτούσε στο Ίδρυμα το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του και τρία χρόνια αργότερα, κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος 1.800.00 δραχμές και 12.000 λίρες Αγγλίας, «προς έναρξιν εκτελέσεως του σκοπού του Αναργυρείου Ιδρύματος».
Από την 1η Ιουλίου 1927, προσελήφθη ως Διευθυντής της Σχολής ο Άγγλος Ερρίκος Σλόμαν και άρχισε μεγάλη ενημερωτική και διαφημιστική εκστρατεία από τις εφημερίδες όλων των παρατάξεων. Δίνονταν πληροφορίες ότι η διάρκεια της φοίτησης θα ήταν εξαετής, ότι η γλώσσα διδασκαλίας θα ήταν η ελληνική με έμφαση στην εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας και την φυσική/αθλητική αγωγή των μαθητών, για τις εγκαταστάσεις του σχολείου και του Οικοτροφείου, πρωτοφανείς για την ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, και για το ύψος των διδάκτρων-τροφείων: 120 λίρες στερλίνες τον χρόνο.
Η Σχολή λειτούργησε την 1.10.1927 χωρίς να έχουν περατωθεί οι εργασίες, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1930. Παρά τη μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία ενεγράφησαν τον πρώτο χρόνο μόνον τέσσερις μαθητές στην Α΄ τάξη κλασικού τμήματος (αντίστοιχη με Β΄ ελληνικού σχολείου). Το γεγονός αποδόθηκε στην ακρίβεια των διδάκτρων/τροφείων, στην απόσταση από τον Πειραιά και την Αθήνα και κυρίως στην έλλειψη της συνήθειας των ελληνικών οικογενειών να «κλείνουν» τα παιδιά τους σε κολλέγια. Εκφράστηκαν επίσης κάποιες αντιρρήσεις για τη σκοπιμότητα της αγγλικής αγωγής.
Τον Νοέμβριο 1927 ψηφίστηκε ο Νόμος 3776, που επικύρωνε την ίδρυση του Κολλεγίου Αθηνών και επεξέτεινε τις διατάξεις «περί ιδρύσεως εν Αθήναις Ελληνοαμερικανικού εκπαιδευτηρίου» και στην Αναργύρειο Σχολή Σπετσών. Ήταν κάτι που ζήτησε η Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών, δηλαδή να αναγνωρισθεί η Σχολή ως ισότιμη με το Κολλέγιο Αθηνών και να ισχύουν γι’ αυτήν οι διατάξεις που ίσχυαν για το Κολλέγιο Αθηνών.
Στις 2.1.1928, ή Σχολή, προετοιμαζόμενη για τον επόμενο χρόνο, μείωσε τα δίδακτρα σε 80 λίρες, έκανε τροποποίηση του Κανονισμού, αποφάσισε νέες προσλήψεις, επιτάχυνε την κατασκευή του διδακτηρίου και έκανε νέα διαφημιστική εκστρατεία. Δέκα ημέρες αργότερα δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Καταστατικό.
Τον Μάρτιο του 1928, συγκροτήθηκε οριστικά η πρώτη Εκτελεστική Επιτροπή που αποτελούνταν από διακεκριμένα μέλη της Ελληνικής Κοινωνίας. Αποφασίστηκε το επόμενο σχολικό έτος να λειτουργήσουν τρεις ακόμη τάξεις (Α΄ Γυμνασίου, Β΄ και Γ΄ του Ελληνικού), να συγκροτηθεί σχολική βιβλιοθήκη, εργαστήρια Φυσικής και Χημείας, γεωγραφίας, ιχνογραφίας και χειροτεχνίας, να διακοσμηθούν οι αίθουσες διδασκαλίας, να κατασκευασθούν βιβλιοθήκες και υπόστεγα γυμναστικής και να προσληφθούν νέοι καθηγητές. Στο μεταξύ ολοκλήρωσε τις εργασίες του και το Οικοτροφείο, όπου θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν περισσότεροι μαθητές.
Το 1928-29, η Σχολή λειτούργησε με 17 μαθητές σε τέσσερις τάξεις. Υπήρχε αισιοδοξία, αλλά και πολλά προβλήματα, κτιριακά, οργανωτικά, λειτουργικά. Η ανώτερη τάξη προς την οποία απευθυνόταν δεν είχε πεισθεί, ο αγγλικός χαρακτήρας της Σχολής αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Παρά τη μεγάλη προικοδότηση, η Σχολή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα μετά τον θάνατο του ιδρυτή κυρίως φορολογικής φύσεως (18.12.1928), τα έσοδα ήταν μέτρια, ενώ τα έξοδα τεράστια και συχνά χρειάστηκε κρατική ενίσχυση.
Η η Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών μόρφωσε πολλούς λόγιους, καλλιτέχνες, επιστήμονες και πολιτικούς. Θεωρούσε τον Ελ. Βενιζέλο ευεργέτη προστάτη της. Λειτούργησε μέχρι το 1983, όχι μόνο με Έλληνες αλλά και με αλλοδαπούς μαθητές.
Το όραμα της Σχολής σήμερα είναι «η ενίσχυση του ρόλου και της φήμης των εγκαταστάσεων της Α.Κ.Σ.Σ. στις Σπέτσες ως Διεθνούς Εκπαιδευτικού και Πολιτιστικού Κέντρου».
Τα δύο Πειραματικά
Ιδρύθηκαν με τον Νόμο 4376 /1929 με τον (ΦΕΚ 300/21.8.29) «Περί ιδρύσεως Πειραματικών σχολείων εν τοις Πανεπιστημίοις Αθηνών και Θεσσαλονίκης», με σκοπό τη θεωρητική και πρακτική παιδαγωγική μόρφωση των καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης και την προαγωγή της Παιδαγωγικής επιστήμης. Είναι δημόσια σχολεία και προσαρτώνται στην έδρα του αντίστοιχου Πανεπιστημίου.
Το Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Αθηνών – Ίδρυση το 1929, στην Αθήνα
Η ίδρυση του Π.Σ.Π.Α. αποτελεί την υλοποίηση της πρότασης που διατύπωνε από το 1925 ο καθηγητής της Παιδαγωγικής Νικόλαος Εξαρχόπουλος για ίδρυση πειραματικού σχολείου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε η ίδρυσή του επιτεύχθηκε –ύστερα από σειρά ανεπιτυχών ενεργειών του προς τους αρμοδίους, τότε πολιτικά συμπαθώς προς αυτόν διακειμένους– «επί Κυβερνήσεως μη διακειμένης φιλικώς» προς αυτόν, από τον επί της Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργό Κωνσταντίνο Γόντικα, του οποίου «οι εδώ υπηρετήσαντες κα υπηρετούντες πρέπει να ευλογώσι το όνομα… και πρέπει η εικών του να κοσμή το ίδρυμα τούτο».
Η άμεση προσάρτηση του Πειραματικού Σχολείου στο Εργαστήριο είχε την έννοια ότι το Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Αθηνών (Π.Σ.Π.Α.) εξ αρχής λειτουργούσε ως πρότυπο σχολείο εφαρμογών του Εργαστηρίου Πειραματικής Παιδαγωγικής πέρα από την ειδική αποστολή του ως σχολείου προορισμένου για την πρακτική διδακτική άσκηση των μελλοντικών καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης, αλλά και για την άσκηση των δημοδιδασκάλων που μετεκπαιδεύονταν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το Πειραματικό Σχολείο περιλάμβανε ένα εξαθέσιο και ένα μονοθέσιο δημοτικό και το γυμνάσιο αρρένων. Ο διευθυντής του είχε τον βαθμό του Γενικού Επιθεωρητού, καθώς το σχολείο αποτελούσε αυτόνομη Γενική Επιθεώρηση. Πρώτος επόπτης του σχολείου διετέλεσε ο Νικόλαος Εξαρχόπουλος και πρώτος διευθυντής του ο Νικόλαος Παλαιολόγος.
Το Π.Σ.Π.Α. στεγάστηκε στο νεόκτιστο διδακτήριο «Σωκράτης», στη συμβολή Σκουφά και Λυκαβηττού, το οποίο είχε αποπερατωθεί το 1929 με δαπάνες του Δημοσίου για να στεγάσει δύο τετρατάξια γυμνάσια. Εγκαινίασε τη λειτουργία του το ίδιο έτος (Διάταγμα 8/29 Οκτωβρίου 1929) με τις τρεις κατώτερες τάξεις του Δημοτικού (85 μαθητές) και τις δύο κατώτερες τάξεις του Γυμνασίου (60 μαθητές).
Θεμελιώδεις παιδευτικές-μορφωτικές και διδακτικές αρχές του «Πειραματικού ήταν οι αρχές της αυτενέργειας, της ολικής μόρφωσης της προσωπικότητας, της εξατομικευμένης διδασκαλίας και του ελεύθερου-δημιουργικού διαλόγου στο πλαίσιο των ενεργών μαθητικών κοινοτήτων […]. και της όλης οργάνωσης της σχολικής ζωής με κοινή συναπόφαση διδασκόντων και διδασκομένων, σε όλες τις μορφές, πέραν της διδακτικής-μαθησιακής, όπως: στις σχολικές γιορτές, στη μαθητική βιβλιοθήκη, στην αυτοδιοίκηση των μαθητών, στα ελεύθερα απογεύματα, στον επαγγελματικό προσανατολισμό, στους μαθητικούς συλλόγους, και σε πλήθος άλλων δραστηριοτήτων, όπως η έκδοση μαθητικού περιοδικού, οι μορφωτικές συγκεντρώσεις γονέων, οι εκδρομές, οι κοινωνικές-πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Μία από τις υποχρεώσεις του ΠΣΠΑ –θεμελιώδης αρχή του– ήταν να η διάγνωση της σωματικής και ψυχικής κατάστασης και των ιδιορρυθμιών και κλίσεων των μαθητών του, για να επιτευχθεί η καλλιέργεια της προσωπικότητάς. Γι’ αυτό και εφαρμόστηκαν από το εργαστήριο της Πειραματικής Παιδαγωγικής του οι επιστημονικές μέθοδοι της ανθρωπομετρίας (σωματικές μετρήσεις) και ψυχομετρίας (ψυχικές μετρήσεις) κα της συστηματικής παρατήρησης, για επιστημονικούς αλλά και πρακτικούς σχολικούς . Κάθε μαθητής του σχολείου διέθετε ατομικό φάκελο, στον οποίο φυλάσσονταν όλα τα σχετικά με αυτόν στοιχεία.
Το 1982, όταν καταργήθηκε ο θεσμός των Επιθεωρήσεων, το Πειραματικό Σχολείο υπήχθη στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθηνών και η σχέση του με το Πανεπιστήμιο αδράνησε. Το ενιαίο Πειραματικό Σχολείο καταργήθηκε από το σχολικό έτος 1986–1987, όταν τα δημοτικά αποσπάστηκαν από το Σχολείο, υπήχθησαν στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και ορίστηκε δάσκαλος ως διευθυντής.
Πειραματικό Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – Ίδρυση 1929, στη Θεσσαλονίκη
Λειτούργησε για πρώτη χρονιά το σχολικό έτος 1934–35, με πρώτο Επόπτη τον Αλέξανδρο Δελμούζο. Μάλιστα, είχε πει ο Δελμούζος ότι η προοπτική της ίδρυσης ενός τέτοιου σχολείου ήταν το κίνητρό του για τη διεκδίκηση της θέσης του Καθηγητή Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Περιλάμβανε εξατάξιο δημοτικό και εξατάξιο κλασικό γυμνάσιο αρρένων με ενιαία διεύθυνση και είχε, όπως και το Πειραματικό της Αθήνας, αρκετές ελευθερίες: με απόφαση του Συλλόγου Διδασκόντων μπορούσε να παρεκκλίνει από το ακαδημαϊκό και ωρολόγιο πρόγραμμα, να επιλέγει σχολικά βιβλία, να αποφασίζει για τον τρόπο εισαγωγής μαθητών. Όλα αυτά με τη έγκριση του Επόπτη, ο οποίος είχε αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή του Διευθυντή και των διδασκόντων.
Το σχολείο ξεκίνησε τη λειτουργία του με δύο πρώτες τάξεις, μία για την πρώτη δημοτικού και μία για την πρώτη γυμνασίου. Ως επόπτης του ο Αλέξανδρος Δελμούζος, επέλεξε ως πρώτο διευθυντή τον Βασίλειο Τατάκη και πρώτους διδάσκοντες τη δασκάλα Αλεξάνδρα Κεσσανλή και τον φιλόλογο και ποιητή Γιώργο Θέμελη.
Δυστυχώς, το Πειραματικό Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Π.Σ.Π.Θ.) άρχισε να λειτουργεί πέντε χρόνια μετά την ίδρυσή του, προφανώς σε ένα πολιτικό κλίμα όχι τόσο ευνοϊκό, όπως αυτό του 1929. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος για άλλη μα φορά δεν μπόρεσε να λειτουργήσει το σχολείο σύμφωνα με τις παιδαγωγικές αρχές του. Η κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη πρόβαλε διάφορα προσκόμματα, ο Δελμούζος απολύθηκε προσωρινά από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στις 13 Μαρτίου 1935 μετά το κίνημα της 1ης Μαρτίου, επανήλθε στις 3 Απριλίου 1936 και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τη δικτατορία του Μεταξά στις 25 Σεπτεμβρίου 1937, όταν επιβλήθηκε με νόμο η διδασκαλία της καθαρεύουσας στην Α΄ δημοτικού, κάτι που ήταν εντελώς αντίθετο με τις παιδαγωγικές αρχές του.
Ο Δελμούζος εισήγαγε τη μέθοδο του «Σχολείου Εργασίας», την οποία είχε γνωρίσει, όταν έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λειψία. Σύμφωνα με το «Σχολείο Εργασίας», ο δάσκαλος κινητοποιεί το ενδιαφέρον των μαθητών και οργανώνει ατομικές και ομαδικές εργασίες, τις οποίες παρακολουθεί και παρεμβαίνει όταν πρέπει, και, δίνοντας τη σωστή ανατροφοδότηση, στοχεύει στον αυτοέλεγχο των μαθητών. Η μάθηση δηλαδή είναι μια πορεία του μαθητή προς την αυτονομία, με την καθοδήγηση βέβαια του δασκάλου.
Η γλώσσα διδασκαλίας για τον Δελμούζο ήταν φυσικά η δημοτική. Επειδή την εποχή που άνοιξε το σχολείο ζητούνταν και η καθαρεύουσα, η οδηγία του Δελμούζου ήταν ότι ο νόμος βέβαια θα γινόταν σεβαστός, αλλά η γλώσσα διδασκαλίας πέρα από τα όρια του νόμου, θα ήταν η δημοτική. Η δημοτική διδασκόταν συστηματικά, όπως και η λογοτεχνία και ο νεοελληνικός πολιτισμός, η ιστορία του νέου ελληνισμού και η αρχαία ελληνική γραμματεία, με σωστή αντιμετώπιση και έμφαση στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και στις αξίες του. Το έργο του δασκάλου και του σχολείου δεν τελειώνει μέσα στην τάξη. Η προσωπικότητα του παιδιού σμιλεύεται μέσα από τις δράσεις και εκδηλώσεις της σχολικής ζωής, που δίνουν στα παιδιά τη δυνατότητα να ανακαλύψουν και να επεκτείνουν τα ενδιαφέροντά τους, να καλλιεργήσουν τις ικανότητές τους, να αναπτύξουν πρωτοβουλίες, να λύνουν τα προβλήματά τους ατομικά και ομαδικά.
Εκπαιδευτικοί και απόφοιτοι και των δύο Πειραματικών Σχολείων έχουν την αίσθηση ότι πέρασαν από δύο ξεχωριστά σχολεία.
Την ίδια αίσθηση περηφάνειας έχουν και οι εκπαιδευτικοί και οι απόφοιτοι των δύο Κολλεγίων, του Ανατόλια και της Αναργυρείου και Κοργιαλενείου Σχολής Σπετσών.
Ολοκληρώνοντας ήθελα να επισημάνω πως είμαι βεβαία ότι και πολλά άλλα σχολεία συνέβαλαν στην καλή μόρφωση των παιδιών της Ελλάδας. Η σημερινή διάλεξη δεν μπορούσε να τα περιλάβει όλα. Η επιλογή των έξι σχολείων που παρουσιάστηκαν έγινε με συγκεκριμένα κριτήρια: είναι έξι ιστορικά εμβληματικά σχολεία, τρία ιδιωτικά/μη κερδοσκοπικά και τρία δημόσια, που είχαν ενστερνιστεί τις παιδαγωγικές αρχές της «Νέας Αγωγής», την ίδρυση των οποίων υποστήριξαν οι κυβερνήσεις Βενιζέλου και προσωπικά ο ίδιος με την προσδοκία ότι θα αποτελούσαν νησίδες ποιοτικής παιδείας, ότι θα πειραματίζονταν σε νέες παιδαγωγικές ιδέες και θα αποτελούσαν πρότυπα για τη γενικότερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που όλο εφαρμοζόταν και όλο πισωγύριζε. Και τα έξι σχολεία θεωρούν τον Ελευθέριο Βενιζέλο συμπαραστάτη και ευεργέτη τους. Πιστεύουμε ότι η προσδοκία του επαληθεύτηκε σε μεγάλο βαθμό.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Χαιρετισμός για την εκδήλωση από τον κ. Αλέξη Φυλακτόπουλο, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος
Αξιότιμοι κύριοι Πρόεδροι
του Ιδρύματος Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου
και της Λέσχης των Φιλελευθέρων,
Η προσπάθειά σας να παρουσιάσετε τα σχολεία που ιδρύθηκαν την εποχή του Ελ. Βενιζέλου και με την υποστήριξή του λειτούργησαν ως φυτώρια νέων ιδεών και πειραματισμών κατά την πορεία της ελληνικής εκπαίδευσης προς τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό είναι αξιέπαινη και σας ευχαριστώ για την πρόσκληση στη εσπερίδα σας.
Κυρίες και κύριοι,
Το Κολλέγιο Αθηνών ιδρύθηκε το 1925, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, τρία μόλις χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή, που έφερε στην Ελλάδα περίπου 1.300.000 ΄Ελληνες πρόσφυγες από τη Σμύρνη και τα παράλια της Μ. Ασίας, σε αναζήτηση στέγης και πόρων. Από τους 30 μαθητές που ενεγράφησαν και φοίτησαν κατά την πρώτη του χρονιά, οι ένδεκα ήταν πρόσφυγες.
Η ίδρυσή του Κολλεγίου Αθηνών ήταν μια ευεργεσία, μια σειρά πράξεων κοινωνικής προσφοράς των ιδρυτών του προς την ελληνική κοινωνία. Ιδρύθηκε με σκοπό να διαμορφώσει αποφοίτους ικανούς να στελεχώσουν τους τομείς της δημόσιας ζωής του τόπου, να διακριθούν στον επαγγελματικό στίβο, στα Γράμματα και στις Τέχνες, ώστε να ευεργετήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους την πατρίδα τους.
Γράφει ο Στέφανος Δέλτα, ο «πατέρας του Κολλεγίου», σε άρθρο του στο περιοδικό «Εργασία» το 1932:
«Οι μαθηταί των λυκείων και κολλεγίων μας δεν είναι σπουδασταί ειδικευόμενοι για κάποιο πανεπιστημιακό αξίωμα. Είναι οι βιομήχανοι, αγρόται, έμποροι, μηχανικοί, γιατροί, υπάλληλοι του μέλλοντος· είναι νέοι, που υποβάλλονται σε διάφορες πειθαρχίες για να απολαύσουν, μαζύ με κάποια γενική γνώση του κόσμου, όπου πρόκειται να δράσουν, και τις ιδιότητες εκείνες του πνεύματος και του χαρακτήρα που θα τους κάμουν να δράσουν σαν τίμιοι και χρήσιμοι άνθρωποι. Η μέση εκπαίδευση σκοπό δεν έχει να βγάζη σοφούς αλλά να μορφώνη τον άνθρωπο, τον πολίτη».
Έχουν περάσει από την ίδρυση του Κολλεγίου Αθηνών 100 χρόνια. Απόφοιτοι και απόφοιτές του διακρίθηκαν στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και σε όλες τις πλευρές της επαγγελματικής ζωής και του Πολιτισμού. Πιστεύω ότι το Κολλέγιο Αθηνών, μαζί με άλλα πρότυπα σχολεία, καινοτόμησε, έβαλε και βάζει το λιθαράκι του στη συνεχή βελτίωση της παρεχόμενης παιδείας, μέσα στο πλαίσιο των κοσμογονικών αλλαγών που συντελούνται στον χώρο της εκπαίδευσης. Πιστεύω ότι ανταποκριθήκαμε στις προσδοκίες του Ελ. Βενιζέλου.
Γιορτάζοντας φέτος την εκατονταετηρίδα του, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε και να αναστοχαστούμε: τι πήγε καλά αυτά τα χρόνια και γιατί, τι πρέπει να προσέξουμε, πώς πρέπει να πορευτούμε, ώστε η εκπαίδευση που προσφέρουμε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, ώστε να προετοιμάσουμε ένα ακόμη πιο φωτεινό μέλλον για το Σχολείο μας και φυσικά για τα Ελληνόπουλα, το μέλλον της πατρίδας μας.
Σας ευχαριστώ και εύχομαι καλή επιτυχία στο έργο σας.
.

.