27.5.2026 ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ:
Παρουσίαση του βιβλίου του Καθηγητή Ευάνθη Χατζηβασιλείου: “ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ. ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ”
εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2025

Στην παρουσίαση συμμετείχαν οι Καθηγητές Λεωνίδας Κοτσαλής, Περικλής Βαλλιάνος και Αγγελος Συρίγος, με αντιφώνηση από τον συγγραφέα Καθηγητή Ευάνθη Χατζηβασιλείου, ενώ τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο Καθηγητής Νέστωρ Κουράκης. Συνδιοργάνωση με τον Εκδοτικό Οίκο Πατάκη.
Ακολουθούν δύο από τις εισηγήσεις, των Καθηγητών Λεωνίδα Κοτσαλή και Αγγελου Συρίγου:
Kαθηγητής Λεωνίδσς Γ. Κοτσαλής
Ι
Σήμερα έχουμε την ιδιαίτερη χαρά να παρουσιάζουμε (από κοινού με τους κ.κ. Βαλλιάνο και Α. Συρίγο) το ξεχωριστό βιβλίο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, διακεκριμένου ιστορικού, Καθηγητή της Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Παν/μίου Αθηνών (και Γενικού Γραμματέα του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία το οποίο ιδρύθηκε το 1996 και έχει συστηματική λειτουργία από το 2004).
Το βιβλίο διανύει ήδη τη δεύτερη έκδοση (Νοέμβριος 2025), πρώτη έκδοση (Σεπτέμβριος 2025) και προέρχεται από τις εκδόσεις Πατάκη.
Το βιβλίο που παρουσιάζουμε, έχει τρία χαρακτηριστικά στοιχεία: (με την πρώτη ήδη ματιά):
α) τον τίτλο ΄’Έθνικός Διχασμός΄΄ και τον επεξηγηματικό υπότιτλο ΄΄Οι επιπτώσεις στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα΄΄
β) τη φωτογραφία εξωφύλλου: νεκρική πομπή που συνοδεύει τις σορούς των Βασιλέων Κωνσταντίνου Α’ Όλγας και Σοφίας στη μεταφορά τους στο Τατόϊ μετά τη μετακομιδή τους στην Ελλάδα από την Ιταλία τον Νοέμβριο του 1936 (είχε προηγηθεί στις 3.11.1935 το Δημοψήφισμα για την επάνοδο του Γεωργίου του Β’) και
γ) σειρά ερωτημάτων που εκτίθενται στο οπισθόφυλλο και τα οποία συμπυκνώνουν το περιεχόμενο του βιβλίου και αποδίδουν το ειδικό του βάρος: επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στους θεσμούς και την πολιτική κουλτούρα.
Τα τρία αυτά στοιχεία συνθέτουν την προσωπικότητα του παρουσιαζόμενου βιβλίου, δείχνουν τον κοπιώδη δρόμο που ακολούθησε ο συγγραφέας, με νηφαλιότητα όμως και την επιβαλλόμενη απόσταση, σύμφωνα με τη Δημόσια Ιστορία, κατά τη θεώρηση και εξέταση της ΄΄ Κρίσεως των Θεσμών΄΄, δηλ. της περιόδου 1915-1974 (Αριστ. Μάνεσης).
ΙΙ
Πιστεύω ότι ο ΄΄Εθνικός Διχασμός΄΄ με αφετηρία – κατά τον συγγραφέα – την 29η Οκτωβρίου 1915, θα πρέπει να αναχθεί κατά κάποιο τρόπο στο Κίνημα στο Γουδί, στις 15 Αυγούστου 1909 (14 προς 15 Αυγούστου), όταν ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, κατά το πρότυπο των Νεοτούρκων της προηγούμενης χρονιάς) υπό την ηγεσία του εντίμου, φιλόπατρι και μετριοπαθούς Ν. Ζορμπά, Συνταγματάρχη, ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας ζητώντας ανόρθωση του Κράτους, οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων του Θρόνου (απομάκρυνση των βασιλοπαίδων από ηγετικές θέσεις του Στρατεύματος) κ.α. Η συνέχεια είναι γνωστή: Πρόσκληση προς τον Ελ. Βενιζέλο, εκλογές του 1910, κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου, διπλή Αναθεωρητική Βουλή, ανάληψη του Υπουργείου Δικαιοσύνης από τον Ν. Δημητρακόπουλο (1864-1921, Καρύταινα Γορτυνίας) στη διετία 1910-1912 και σύντονες προσπάθειες του Αρκάδα πολιτικού για ταχεία αναμόρφωση της Δικαιοσύνης, αποκατάσταση του Κράτους Δικαίου και περαιτέρω για ιδιαίτερα σημαντικό νομοθετικό έργο. Χωρίς Κράτος Δικαίου, έλεγε και έγραφε o N. Δημητρακόπουλος, περιττεύει η ύπαρξη του Ελληνικού Κράτους. Το νομοθετικό του έργο (έναρξη αναθεώρησης των δύο ποινικών κωδίκων) τον κατατάσσει μετά τον G.v. Maurer σχετικά με το εύρος αλλά και την υψηλή στάθμη της παραγωγής.
ΙΙΙ
Η υπέρβαση (όχι απλή γεφύρωση, μετακίνηση) της περιόδου 1915-1974 της περιόδου της ‘’Κρίσεως των Θεσμών΄΄ (Αριστόβουλος Μάνεσης) υπήρξε το κεντρικό ενδιαφέρον του συγγραφέα, δεν ήθελε δηλ. ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου να παρουσιάσει μια ‘’ιστορία’’ του Εθνικού Διχασμού ή μια συνταγματική ιστορία της Ελλάδας μετά το 1915.
Και για τους δύο εν λόγω θεματικούς κύκλους υπάρχουν εξαίρετες μελέτες, διευκρινίζει ο συγγραφέας, σε μερικές από τις οποίες έχει συμμετάσχει και ο ίδιος. Tο αμετακίνητο ενδιαφέρον του ήταν η αποτίμηση των θεσμικών επιπτώσεων (αλλά και απόψεων της επίδρασης στην πολιτική κουλτούρα) του Εθνικού Διχασμού, της μιας δηλ. εκ των δύο κρίσεων της περιόδου 1915-1974. Οι δύο άξονες του βιβλίου: θεσμοί και πολιτική κουλτούρα δεν είναι ασύνδετοι μεταξύ τους επισημαίνει ο συγγραφέας. Μπορεί η πολιτική κουλτούρα να μην καθορίζει τους θεσμούς, επεξηγεί, καθορίζει εντούτοις τον τρόπο εφαρμογής τους που είναι εξίσου σημαντικός με το κείμενο του Συντάγματος.
Ο Εθνικός Διχασμός, η μεγαλύτερη (και μακρότερη), κατά τον συγγραφέα, πολιτική κρίση στην ιστορία του Ελληνικού Κράτους, δημιούργησε αντιπαλότητες και ροπές που διατηρήθηκαν επί μακρό χρόνο, ενδεχομένως διατηρούνται μέχρι σήμερα (σε κάποιον έστω βαθμό) έτσι ώστε η εκλογική συμπεριφορά ατόμων, οικογενειών ή και περιφερειών της χώρας μας να μπορεί να αποδοθεί στις εντάσεις του (τουλάχιστον σε κάποια έκταση). Είναι με άλλα λόγια, εγγεγραμμένος με διάφορους τρόπους στην πολιτική πρακτική και στη μνήμη του πολιτικού συστήματος (στο συλλογικό υποσυνείδητο).
Εξάλλου, αξιοσημείωτη είναι η παραδοχή του συγγραφέα ότι κάποιες από τις βασικές παρατηρήσεις του μπορεί να προκαλέσουν τη δυσφορία και σήμερα. Και τούτο γιατί αφορούν την πολιτική κουλτούρα, η οποία υπόκειται, όπως γράφει, σε μεγάλες αδράνειες κα επενεργεί μεσοπρόθεσμα. Επομένως ως λόγους μ.ά. ο συγγραφέας αναφέρει τους εξής τρεις:
α) Η επήρεια του Εθνικού Διχασμού, μιας ήδη πολύ μακράς πολιτικής και θεσμικής κρίσης, σημειώνει, υπερέβη κατά πολύ τα χρονικά του όρια ως πολιτική φαινομένου (όπως και αν ορισθούν αυτά). Επρόκειτο για νοοτροπίες βαθιά ριζωμένες. Η επήρεια του Εθνικού Διχασμού ήταν τόσο μακρά και διαρκής ώστε δεν γινόταν αντιληπτή (κατανοητή) ως τέτοια αλλά ως στοιχείο αυτονόητο στην Ελληνική πολιτική κουλτούρα.
β) Ο Εθνικός Διχασμός ήταν ένα μακροχρόνιο πολιτικό φαινόμενο και έτσι επεξηγεί ο συγγραφέας, ήταν λογικό να αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη ορατότητα ορισμένα επεισόδια, που σχετίζονταν με αυτόν, και τα οποία είχαν, αντικειμενικά, εξαιρετικά βαρύνοντα σημεία. Ενώ ο Διχασμός δηλ. αποτέλεσε ένα από τα βασικά αίτια, αν όχι το σημαντικότερο, της Μικρασιατικής Καταστροφής, ήταν λογικό αυτή (το μεγαλύτερο τραύμα του Ελληνισμού στους μακρούς αιώνες της ύπαρξής του, χαίνουσα πληγή ίσως μέχρι πρότινος, το τέλος της Βυζαντινής περιόδου κατά του Μεν. Τουρτόγλου) η Μικρασιατική δηλ. Καταστροφή να επισκιάσει ή να ενσωματώσει το πολιτικό φαινόμενο, το οποίο έτσι έχανε την αυτοτέλειά του ως αντικείμενο ανάλυσης. Για πολλά χρόνια πολλοί αναλυτές σκέφτονταν για την Καταστροφή με όρους του Εθνικού Διχασμού αναπαράγοντας και αναπλάθοντας τις διαμάχες του παρά μελετώντας κριτικά τον Διχασμό καθ’ εαυτόν.
γ) Ο Εθνικός Διχασμός κατά τρίτο λόγο, τονίζει ο συγγραφέας, απετέλεσε τη μεγαλύτερη πολιτική κρίση στην ιστορία του ελληνικού κράτους, εντούτοις υποβαθμίστηκε μεταγενέστερα ως πολιτικό φαινόμενο για άλλους λόγους. Κατά τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου από ένα τμήμα της αριστερής κοινής γνώμης υποστηρίζεται, ακόμη και σήμερα, ότι τα θεσμικά προβλήματα της Ελλάδας είναι υπόθεση, τουλάχιστον σχεδόν αποκλειστικά της μεταπολεμικής (ή μετεμφυλιακής) εποχής. Η μετεμφυλιακή περίοδος περιγράφεται, ας σημειωθεί από τον Η. Νικολακόπουλο (σημαντικό πολιτικό επιστήμονα), ως η ‘’καχεκτική δημοκρατία΄΄ λόγω των θεσμικών προβλημάτων που όμως – όπως παρατηρεί ευστόχως ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου – δεν χρησιμοποιείται στο δημόσιο λόγο για τη θεσμικά πολύ χειρότερη δημοκρατία του ‘’Μεσοπολέμου΄΄ με τρεις διαδοχικά δικτατορίες, πολυάριθμα στρατιωτικά κινήματα ή προνουντσιαμέντα και σοβαρά θεσμικά ελλείμματα.
Οι Έλληνες αριστεροί (ακόμη και πολλοί αριστεροί επιστήμονες), καταλήγει ο συγγραφέας, είχαν πρόβλημα με το μετεμφυλιακό καθεστώς, κάποιους από αυτούς τους ΄΄έκαιγε΄΄ αγνοώντας τα τεράστια ενδοαστικά ρήγματα του Διχασμού ως κάτι που σε τελευταία ανάλυση αισθάνονταν πως δεν τους αφορούσε.
Αυτή η αντίληψη μετά το 1981 στο βαθμό στον οποίο περίπου επέβαλε την Ιστορική της οπτική στη Δημόσια Ιστορία προκάλεσε σε κάποιο μέτρο και τον παραμερισμό της σημασίας του Εθνικού Διχασμού στο δημόσιο λόγο, ήταν όντως, όπως δέχεται ο Ε. Χατζηβασιλείου, μια μορφή αυτοαναφορικότητας ενός τμήματος της ελληνικής αριστερής κουλτούρας.
Τέτοια φαινόμενα όμως υπήρξαν σε μεγάλο αριθμό και μεταξύ των αστών αντιπάλων, των μετόχων του Εθνικού Διχασμού, οργανικά στοιχεία και της δικής του πολιτικής κουλτούρας. Η αναπαραγωγή παρομοίων φαινομένων αυτοαναφορικότητας δεν πρέπει να εκπλήσσει. Και τούτο γιατί αποτελούν οργανικές επιπτώσεις, γράφει αναλυτικά ο Ευά. Χατζηβασιλείου, διχαστικών ρήξεων με τόση ένταση και βάθος όπως οι δύο που συνέθεσαν την ΄΄κρίση των θεσμών΄΄ του ελληνικού 20ου αιώνα.
ΙV
Yπήρξαν άνθρωποι που επεζήτησαν από νωρίς την υπέρβαση του Διχασμού, σημειώνει ο συγγραφέας. Πολιτικοί (ή και αναλυτές) δηλ. επεσήμαναν ήδη από τη δεκαετία του 30 ότι ο Εθνικός Διχασμός δεν είχε λόγο συνέχισης, ότι με άλλα λόγια η επήρειά του ανέστειλε τις προσπάθειες προσαρμογής και εκσυγχρονισμού της χώρας ότι αποτελούσε τροχοπέδη στην εξέλιξη. Συνεπώς δεν έπρεπε να αναζητηθεί μια γεφύρωση των αντιθέσεών του αλλά η μετακίνηση στόχων και πράξης σε άλλο επίπεδο, δηλ. ακριβώς η υπέρβασή τους.
Ο συγγραφέας αναφέρεται σε τρία πρόσωπα της προπολεμικής αλλά και της μεταπολεμικής περιόδου: στον Γεώργιο Θεοτοκά, στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και στον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Και οι τρεις, διακεκριμένοι εκπρόσωποι της ελληνικής φιλελεύθερης σκέψης, διανοούμενοι (ο Κανελλόπουλος και ο Τσάτσος με βαθιά φιλοσοφική παιδεία, Σχολή Heidelberg) έδωσαν τα πρώτα απτά δείγματα: Ο Θεοτοκάς ήταν ο πρώτος που έκανε τη σχετική επισήμανση στον δημόσιο διάλογο, ο Κανελλόπουλος ήταν ο πρώτος που την επιχείρησε στο πολιτικό επίπεδο με την ίδρυση κόμματος το 1935 ενώ ο Τσάτσος ήταν αυτός που πέτυχε σε μεγάλο βαθμό την υπέρβαση ως στενός συνεργάτης του Κ. Καραμανλή: πρόεδρος της Επιτροπής Συντάγματος και βασικός εκπονητής του το 1975. Ο Κ. Τσάτσος μερίμνησε ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη του Εθνικού Διχασμού ως πολιτικού φαινομένου, η επανάληψη δηλ. του 1915.
Ο Τσάτσος επέμεινε με συνέπεια και συνέχεια στο κοινοβουλευτικό σύστημα θέλοντας να αποτρέψει την επανεμφάνιση μιας δυαρχίας, καταστροφικής για τον τόπο (ενδεχομένως και υπό την επίδραση του Κ. Καραμανλή). Kαι αυτό θα αποτυπωθεί και στη θητεία του ως Προέδρου της Δημοκρατίας (1975-1980), όταν προσπάθησε όντως να αναδείξει ένα νέο πρόσωπο (πρότυπο) αρχηγού του Κράτους, το οποίο θα διέφερε από το παλαιό των Βασιλέων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αποτίμηση του ιδίου του Κ. Τσάτσου για την μη-πλήρη επιτυχία του εγχειρήματος στο οποίο είχε συμμετάσχει με ενεργό τρόπο και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γράφει λοιπόν ο Κ. Τσάτσος στο βιβλίο του για την Κ. Καραμανλή ότι «ο Μακεδόνας πολιτικός την ψυχολογική αντίθεση του Εθνικού Διχασμού ίσως κατά τι να την μείωσε αλλά δεν πέτυχε να την εξαφανίσει»
Τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε, έχει γίνει και γίνεται μελέτη του Εθνικού Διχασμού και των διαστάσεών του από άλλη οπτική γωνία. Ο Εθνικός Διχασμός εξετάζεται πλέον (και ευτυχώς ) όχι ως ‘’τρέχουσα πολιτική’’ αλλά ως ιστορικό φαινόμενο που πρέπει να γίνει κατανοητό με επιστημονικούς όρους. Με άλλα λόγια που δεν δεσμεύονται πλέον ή εξαρτώνται οι ερευνητές του από το Διχασμό και τις εντάσεις του. Ο συγγραφέας επισημαίνει (και ορθώς) ότι τούτο φάνηκε και από τον πρόσφατο δημόσιο διάλογο για τα εκατοντάχρονα της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Επίσης και το σημαντικότερο επιβίωμα του Εθνικού Διχασμού, παρατηρεί ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, το πολιτειακό και η θέση της Βασιλείας στην ελληνική ιστορία έχει γίνει αντικείμενο αποστασιοποιημένης, νηφάλιας, επιστημονικής σκέψης και προσέγγισης. Και αυτό είναι εξόχως ενθαρρυντικό όχι μόνο για τον ιστορικό επιστήμονα αλλά και για την κοινωνία μας. Θα έλεγα, είναι αυτό που χρειάζεται πλέον επιτέλους η ελληνική κοινωνία: μια πιο ψύχραιμη, ρεαλιστική, ειλικρινή θεώρηση, αντιμετώπιση, προσέγγιση ‘’καυτών’’ ζητημάτων. Το χρειαζόμαστε ιδιαίτερα σήμερα, μια εποχή με γεωπολιτικές ανακατατάξεις και αναδιατάξεις.
VΙ
Θεωρώ ότι ο στόχος του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, η ανάδειξη δηλ. των επιπτώσεων του Εθνικού Διχασμού στο επίπεδο των θεσμών και της πολιτικής κουλτούρας επετεύχθη, ο συγγραφέας πέτυχε ακριβώς με το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα αυτό που με αδρότητα είχε εισαγωγικά διαγράψει. Η πραγμάτωση (ή η προσπάθεια) της αρχής ‘’Salus populi suprema lex’’ μπορεί να έχει λίαν δυσάρεστες συνέπειες ή παρενέργειες. Και αυτό καταφαίνεται μέσα από τις γραμμές του βιβλίου.
Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου πλουτίζει με το παρόν βιβλίο την τρέχουσα βιβλιογραφία με ένα πολύτιμο πόνημα. Θα πρότεινα τη διανομή του στα μέλη του Κοινοβουλίου. Θα τους ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο και διδακτικό.
Άγγελος Μ. Συρίγος
Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου & Εξωτερικής Πολιτικής-Πάντειο Πανεπιστήμιο, Βουλευτής ΝΔ στην Α΄ Αθηνών
Το βιβλίο του καθηγητή Ευάνθη Χατζηβασιλείου, παρ’ ότι σχετικά σύντομο (256 σελίδες), αποτελεί μία από τις πιο ώριμες προσεγγίσεις των τελευταίων ετών πάνω στο φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού. Το βιβλίο ΔΕΝ είναι:
μία χρονολογική καταγραφή πολιτικών εξελίξεων από το 1915 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή,
μια ακόμη αφήγηση της σύγκρουσης Βενιζέλου–Κωνσταντίνου,
ένα έντονο επεισόδιο της ελληνικής πολιτικής ιστορίας.
Ο συγγραφέας επιχειρεί κάτι βαθύτερο: να ανιχνεύσει πώς ο Διχασμός λειτούργησε ως μακράς διάρκειας τραύμα που δημιούργησε μηχανισμό παραγωγής πολιτικής κουλτούρας. Αυτός ο μηχανισμός διαμόρφωσε τους θεσμούς, τη σχέση κράτους και κοινωνίας, αλλά και το ίδιο το ύφος της ελληνικής πολιτικής ζωής μέχρι και τη Μεταπολίτευση. Αυτό το τραύμα κατ’ ουσίαν φτάνει μέχρι το σήμερα.
Συνήθως τα βιβλία που αναφέρονται στον Διχασμό τονίζουν την προσωπική σύγκρουση δύο ηγετών, εγκλωβίζονται σε βενιζελικές ή αντιβενιζελικές ερμηνείες ή αναλύουν τις παρεμβάσεις ξένων χωρών. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα μετατοπίζεται από το «ποιος είχε δίκιο» στο «τι άφησε πίσω της η σύγκρουση». Έτσι εξετάζει πώς η ίδια η πολιτική αντιπαράθεση υπονόμευσε τη λειτουργία των θεσμών διότι εμπέδωσε μια πολιτική νοοτροπία όπου ο αντίπαλος δεν θεωρείται νόμιμος πολιτικός ανταγωνιστής αλλά εσωτερικός εχθρός. Αυτό το στοιχείο ερμηνεύει έκτοτε τη ροπή του ελληνικού πολιτικού συστήματος προς ακραίες μορφές πόλωσης. Επίσης, επιτρέπει να φανεί πώς οι συνταγματικές κρίσεις, οι στρατιωτικές παρεμβάσεις και οι εκλογικές συγκρούσεις συνδέονται με βαθύτερες κοινωνικές και ψυχολογικές δομές.
Η μεθοδολογική επιλογή του συγγραφέα συνδυάζει πολιτική ιστορία, συνταγματική ιστορία και ιστορία θεσμών καθώς και κοινωνιολογική ανάλυση της πολιτικής μας κουλτούρας. Οι θεσμοί, η κρίση τους (ή πιο σωστά η θεσμική αποδιάρθρωση) είναι στο επίκεντρο. Ο Χατζηβασιλείου εξηγεί ότι ο Εθνικός Διχασμός εγκαθίδρυσε ένα πρότυπο πολιτικής παρέμβασης των ενόπλων δυνάμεων που επανήλθε επανειλημμένα στον 20ό αιώνα: το 1922, το 1924, το 1935, το 1967.
Σημείο 1: Η κρίση μίας οικονομικά και κοινωνικά υπανάπτυκτης κοινωνίας
Ο συγγραφέας επιμένει και επανέρχεται ότι ο Εθνικός Διχασμός και όσα ακολούθησαν ήταν η «κρίση μιας οικονομικά και κοινωνικά υπανάπτυκτης κοινωνίας». Συγκρούστηκαν οι Βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί. Το πλεονέκτημα των αντιβενιζελικών ήταν ότι είχαν σταθερό αρχηγό. Αντιθέτως, οι Βενιζελικοί μετά τον θάνατο Βενιζέλου δεν μπόρεσαν να αναπληρώσουν το κενό. Οι δύο πολιτικές δυνάμεις δεν ήταν αντίπαλες ως προς το καθεστώς που επεδίωκαν. Δεν ήταν εμφύλιος. Μπορεί να εμπεριείχε το σπέρμα εμφυλίας συγκρούσεως αλλά δεν ήταν πόλεμος εν αντιθέσει προς τον Εμφύλιο του 1943-49.
Σημείο 2: Η επίδραση του Εθνικού Διχασμού στην πολιτική κουλτούρα του τόπου (ή αλλιώς η παραγωγή ενός νέου τρόπου πολιτικής συμπεριφοράς με παραδείγματα)
Το πιο ενδιαφέρον ίσως κεφάλαιο του βιβλίου αφορά στην πολιτική κουλτούρα. Σε αυτό το σημείο το βιβλίο αποκτά σαφή επικαιρότητα. Χωρίς να κάνει απλουστευτικές αναγωγές, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι αρκετά στοιχεία της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής αντιπαράθεσης αποτελούν «απόνερα» του Εθνικού Διχασμού που παρήγαγε έναν ιδιαίτερο τρόπο πολιτικής συμπεριφοράς:
δαιμονοποίηση του αντιπάλου,
νομιμοποίηση της κατηγορίας της προδοσίας.
υπερβολική προσωπολατρία,
ηθικοποίηση της πολιτικής,
αδυναμία συναινετικής λειτουργίας,
συνωμοσιολογική ανάγνωση της πραγματικότητας,
αντίληψη ότι η ήττα ισοδυναμεί με εθνική καταστροφή.
Εδώ ο συγγραφέας είναι απολαυστικός:
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος που λειτουργούσε ως φύλαρχος των βενιζελικών (όταν έκανε το κίνημα ο Παπαναστασίου καλούσε τους τους άλλους βενιζελικούς πολιτικούς ηγέτες να μη αντιδράσουν δυναμικά για να μη χυθεί «δημοκρατικό αίμα»).
Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο «πατέρας της δημοκρατίας» που αποδέχθηκε το 1924 τη στρατιωτική παρέμβαση που ανέτρεψε τον Καφαντάρη· υπέσκαψε συνειδητά τον Βενιζέλο από το 1924 έως το 1932· προήγαγε κατ’ εξαίρεση τους ημετέρους αξιωματικούς· διενήργησε ένα προσχηματικό δημοψήφισμα· θεσμοθέτησε το κατοχυρωτικό διάταγμα στο οποίο αναφέρθηκε εκτενώς ο καθηγητής Θανάσης Διαμαντόπουλος αλλά για το οποίο κατά τα άλλα δεν μιλά κανένας. Θυμίζω ότι το κατοχυρωτικό διάταγμα τιμωρούσε όσους εκφράζονταν για τα μέλη της έκπτωτης βασιλικής οικογένειας «κατά τρόπον τείνοντα αμέσως ή εμμέσως να κινήση υπέρ αυτών την συγγνώμην ή την συμπάθειαν».
Ο Νικόλαος Πλαστήρας αναμφισβήτητα ένας εξαιρετικά ανδρείος πολεμιστής (ο μαύρος καβαλάρης, που απέδειξε τις εξαιρετικές ικανότητές του στη Μικρασιατική Καταστροφή), πρόσωπο οικονομικά άμεμπτο. Αλλά:
ήταν όμως ο πρώτος δικτάτορας της χώρας το 1922·
υποστήριξε την εκτέλεση των έξ για να κατευνάσει τον λαό που ήθελε την τιμωρία των υπευθύνων για τη Καταστροφή·
το 1933 πραξικόπημα όταν οι αντίπαλοί του κέρδισαν τις εκλογές και το 1935 έκανε κι άλλο πραξικόπημα·
ζήτησε συνεννόηση της εμπόλεμης Ελλάδας με τους Γερμανούς και ανέφερε για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ότι μία βασιλική κυβέρνηση δέχθηκε «μετ’ απεριγράπτου αφελείας να αντιμετωπίση της δύο μεγαλυτέρας στρατιωτικάς δυνάμεις της Ευρώπης. Παρέτεινεν ασκόπως τον πόλεμον»·
επί πρωθυπουργίας του εκτελέστηκε ο Μπελογιάννης·
το 1952 διατήρησε τα έκτακτα μέτρα του Εμφυλίου Πολέμου και το λεγόμενο παρασύνταγμα·
έβαλε την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ.
Εν τέλει, βάθυνε τον Εθνικό Διχασμό όσο μπορούσε…
Ο Νικόλαος Πολίτης καθηγητής του διεθνούς δικαίου στη Γαλλία, Υπουργός των Εξωτερικών στην Ελλάδα μεταξύ 1917-20 και εξέχουσα μορφή στη νεοσύστατη Κοινωνία των Εθνών. Παράλληλα, όμως
υπήρξε Υπουργός των Εξωτερικών και το 1922 στην κυβέρνηση Κροκιδά, την πρώτη δικτατορία του νέου ελληνικού κράτους.
Ζήτησε από τον Βενιζέλο να μην εκτελεστούν οι εξ… αλλά μόνον δύο!
Υπέγραψε το λεγόμενο σύμφωνο Πολίτη-Καλφώφ, όπου οι ελληνικής συνειδήσεως σλαβόφωνοι παραδόθηκαν στους Βουλγάρους.
Προσέγγισε το 1935 τον Μεταξά.
Αμέλησε να αναφερθεί ρητώς στην αποστρατικοποίηση Λήμνου και Σαμοθράκης κατά τη Σύμβαση του Μοντραί το 1936.
Υποστήριξε τις αναγκαστικές μετακινήσεις Εβραίων και Πολωνών από τις εστίες τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (δεν υποστήριξε το ολοκαύτωμα!)
Υπ’ αυτήν την έννοια είναι αντιληπτή η ανακούφιση του συγγραφέα που γράφει ότι τουλάχιστον ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας και δεν έλεγε ότι είναι δημοκρατικός αλλά βασιλικός…
Καίριες και οι επισημάνσεις του στο θέμα του ιδιωνύμου και την αποσιώπηση ότι αφορούσε την «απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικρατείας» μετά την απόφαση της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς για παραχώρηση της ελληνικής Μακεδονίας σε άλλη κρατική δομή. Μάλιστα ο συγγραφέας αναρωτιέται πως θα αντιδρούσε η δημοκρατία της Βαϊμάρης, εάν το γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα υποστήριζε την παραχώρηση της ανατολικής Πρωσίας στην Πολωνία ή το γαλλικό ΚΚ στην παραχώρηση της Αλσατίας και της Λωραίνης στην Γερμανία…
Σημείο 3: ο Διχασμός κατά τον μεσοπόλεμο και τον εμφύλιο
Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η συνέχιση του Διχασμού κατά τον μεσοπόλεμο εκδηλώθηκε με την επιλεκτική ή και την μη εφαρμογή των Νόμων και του Συντάγματος. Πιο συγκεκριμένα:
το Σύνταγμα ερμηνεύτηκε εργαλειακά,
ο στρατός απέκτησε πολιτικό ρόλο,
η δημόσια διοίκηση κομματικοποιήθηκε,
η δικαιοσύνη εντάχθηκε στη λογική των παρατάξεων και
η έννοια της πολιτικής ουδετερότητας σχεδόν εξαφανίστηκε.
Ο Χατζηβασιλείου θεωρεί ότι ο Εθνικός Διχασμός λειτούργησε ως μήτρα διχαστικών νοοτροπιών που επανεμφανίστηκαν δραματικά τη δεκαετία του 1940 κατά τον Εμφύλιο.
Σημείο 4: Η αναβίωση του διχασμού ως μνήμης την δεκαετία του 1960
Ο συγγραφέας αναφέρεται στην αναβίωση του διχασμού ως μνήμης κατά την δεκαετία του 1960.
Η ανάγκη για παραταξιακή υπερηφάνεια από την Ένωση Κέντρου που συνδεόταν με την προβολή της εικόνας του Βενιζέλου.
Η φράση: «βία και νοθεία» για τις εκλογές του 1961 που παρέπεμπε στο νόθο δημοψήφισμα του 1935.
Το αντιδεξιό σύνδρομο.
Η σύγκρουση του κεντρώου/κεντροαριστερού φωτός με το δεξιό σκότος.
Ο αυτοπροσδιορισμός της «δημοκρατικής παρατάξεως» υπό την έννοια των υποστηρικτών της αβασίλευτης δημοκρατίας εναντίον των βασιλικών το οποίο κατά τη δεκαετία του 1960 και μετά πήρε άλλη κατεύθυνση που φτάνει έως τις ημέρες μας…
Η χρήση των όρων «Κέντρο» και «Δεξιά» που δεν υπήρχαν την περίοδο του Διχασμού αλλά είναι μεταγενέστεροι. Δημιουργούνται το 1945.
Πρακτικές ή και θεσμοί που είχαν ξεκινήσει προ του Εμφυλίου αλλά που θεωρήθηκαν ότι ήταν τέκνα του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς:
το έκτακτο Στρατοδικείο του 1922 με την δίκη των εξ αλλά και η δίκη των πρωταιτίων του αποτυχημένου Κινήματος του 1935 κατά της κυβερνήσεως Παναγή Τσαλδάρη.
Η διοικητική εκτόπιση πολιτικών αντιπάλων που είχε ξεκινήσει το 1917 επί Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η δίωξη του φρονήματος με το «κατοχυρωτικό» του 1924.
Σημείο 5: Η λαϊκή νομιμοποίηση του διχασμού
Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι οι κρητικοί χωροφύλακες και οι πελοποννήσιοι νομάρχες της ιδιαίτερης πατρίδας του Δράμας βασίζονταν σε δίκτυα τοπικών παραγόντων που παρείχαν την πληροφόρηση για το ποιοι άνθρωποι έπρεπε να διωχθούν σε τοπικό επίπεδο… Και οι δύο παρατάξεις είχαν λαϊκό έρεισμα. Αυτό επέτρεψε τη συνέχιση της συγκρούσεως επί δεκαετίες. Η μία πλευρά θεωρούσε ότι κινδύνευε, όταν ανελάμβανε την εξουσία η άλλη πλευρά.
Τα μεγάλα προτερήματα του βιβλίου
Η νηφαλιότητα: Το βιβλίο ξεχωρίζει επειδή αρνείται τον διδακτισμό και την παραταξιακή ιστοριογραφία. Ο συγγραφέας δεν αγιοποιεί ούτε δαιμονοποιεί πρόσωπα. Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο σε ένα θέμα που ακόμη προκαλεί ιδεολογικές φορτίσεις.
Η σύνδεση παρελθόντος και παρόντος: Χωρίς να εκπίπτει σε δημοσιογραφικές αναλογίες, το έργο δείχνει γιατί ο Διχασμός δεν είναι «νεκρή ιστορία». Οι επισημάνσεις για την πόλωση, τη θεσμική καχυποψία και τη δυσκολία συναινετικής πολιτικής λειτουργίας έχουν εμφανή σύγχρονη σημασία.
Η έμφαση στους θεσμούς: Σε αντίθεση με πολλές ελληνικές ιστορικές μελέτες που επικεντρώνονται σε πρόσωπα και γεγονότα, στο βιβλίο του Χατζηβασλείου το επίκεντρο είναι οι θεσμικές συνέπειες. Αυτή η οπτική δίνει μεγαλύτερο βάθος στην ερμηνεία.
Συνολική αποτίμηση
Το βιβλίο: Εθνικός Διχασμός: Οι επιπτώσεις στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό δοκίμιο πολιτικής ιστορίας. Η αξία του έγκειται κυρίως στην ικανότητά του να εξηγεί τη διάρκεια των πολιτικών νοοτροπιών. Ο Χατζηβασιλείου καταφέρνει να δείξει ότι οι μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις δεν τελειώνουν όταν λήγουν τα γεγονότα. Επιβιώνουν μέσα στους θεσμούς, στη γλώσσα της πολιτικής και στις συλλογικές συμπεριφορές. Το βιβλίο συμβάλλει ουσιαστικά στη δημόσια συζήτηση περί δημοκρατίας και πολιτικής ωριμότητας στην Ελλάδα. Δεν είναι απλώς μια μελέτη για το παρελθόν αλλά και μια έμμεση προειδοποίηση για το παρόν: όταν η πολιτική αντιπαράθεση καταλήγει σε φθορά των θεσμών πολύ βαθύτερη απ’ όσο αντιλαμβάνεται η κοινωνία τη στιγμή της σύγκρουσης.
Κλείνω με μία παρατήρηση του συγγραφέα. Ο διχασμός μπορεί να τελείωσε κατά τη μεταπολεμική περίοδο ανοικοδομήσεως της χώρας. Ίσως η τελευταία όξυνση να ήταν η κηδεία της Φρειδερίκης το 1981. Η επήρειά του, όμως, οι νοοτροπίες του διχασμού, όμως, κληρονομήθηκαν και οι μνήμες του συνέχισαν να εργαλειοποιούνται. Για αυτόν τον λόγο είναι τόσο επικίνδυνες. Διότι εγγράφονται στην κοινή συνείδηση. Αυτές τις νοοτροπίες μας βοηθάει το βιβλίο να εντοπίσουμε και εμείς καλούμαστε να τις ξεπεράσουμε.
