Ισμήνη Κριάρη
Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών – Πρώην Πρύτανις
Τηλ: 697 6994042// e-mail: ikri@panteion.gr
Η συμβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στην ίδρυση νέων Πανεπιστημίων στην Ελλάδα
Διάλεξη στο Ιδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου και τη Λέσχη Φιλελευθέρων, 28.5.2026. Συντονισμός από τον κ. Παύλο Λάσκαρι, Πρόεδρο της Λέσχης Φιλελευθέρων- Μνήμης Ελευθερίου Βενιζέλου

Η αλλαγή στα εκπαιδευτικά πράγματα εντασσόταν στα ευρύτερα αιτήματα του Κινήματος του Γουδή και η σχετική δέσμευση είχε τονισθεί και στην Διακήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου (15 Αυγούστου 1909): « Ο στρατιωτικός Σύνδεσμος ποθεί όπως {…} η εκπαίδευσις του Λαού καταστή λυσιτελής δια τον πρακτικόν βίον και τας στρατιωτικάς ανάγκας της Χώρας». Ο ίδιος ο Βενιζέλος στον λόγο του στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου του 1910, μετά την προσωπική του νίκη στις εκλογές δήλωσε: « Γνωρίζετε ποία υπήρξαν τα αίτια, τα οποία προεκάλεσαν την εξέγερσιν του Αυγούστου παρελθόντος έτους{…}: (δ’) Δημοσία εκπαίδευσις , ήτις θα έλεγέν τις ότι έχει κύριον προορισμόν να εκτρέφη δι΄ ανεπαρκούς άλλωστε μορφώσεως τροφίμους του προϋπολογισμού, ανικάνους δια κάθε άλλον πλουτοπαραγωγικόν επάγγελμα».
Το έργο των Βενιζελικών Κυβερνήσεων εκτείνεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευση, την ειδική όμως, προσωπική μέριμνα του Βενιζέλου είχαν προκαλέσει οι συνθήκες της πανεπιστημιακής μορφώσεως, δεδομένου ότι το Πανεπιστήμιο Αθηνών παρέμενε ερμητικά κλειστό σε νέες επιστήμες (όπως η Κοινωνιολογία και οι Πολιτικές Επιστήμες)ή σε πρακτικά προσανατολισμένους κλάδους (όπως η γεωπονία) ή σε ενδελεχή έρευνα των οικονομικών φαινομένων.
1.Ο Βενιζέλος προέβλεψε σε ένα από τους πρώτους νόμους περί παιδείας της Κυβερνήσεώς του με Υπουργό Παιδείας τον Απ. Αλεξανδρή την ίδρυση Σχολής Πολιτικών Επιστημών, στο πλαίσιο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, για την εκπαίδευση των διπλωματών και των δημοσίων υπαλλήλων. Το σχέδιο παρέμεινε ανενεργό στο Πανεπιστήμιο για περίπου εξήντα χρόνια, υλοποιήθηκε όμως δεκαπέντε έτη αργότερα από τον συνεργάτη του Βενιζέλου, εκδότη, δημοσιογράφο και βουλευτή (το 1922 έως το 1924) Γεώργιο Φραγκούδη, χάρις στην ενεργό διοικητική και οικονομική υποστήριξη του μεγάλου πολιτικού. Ο Φραγκούδης ίδρυσε την Σχολή Πολιτικών Επιστημών το 1930, η οποία λόγω της δωρεάς του Αλ. Πάντου ονομάσθηκε «Πάντειος» και προσέφερε μαθήματα πρωτοφανή στον επιστημονικό ορίζοντα της εποχής. Εκτός από τα αναμενόμενα μαθήματα συνταγματικού δικαίου, πολιτειολογίας, και πολιτικής ιστορίας προσέφερε την κοινωνιολογία και την κοινωνική πολιτική, την μελέτη των Ορθοδόξων πατριαρχείων, του Παναραβισμού, του Πανσλαυισμού, του αποικιοκρατικού φαινομένου, της Ελληνικής διασποράς, της ιστορίας και των πολιτευμάτων της χερσονήσου του Αίμου, την ιστορία της Τουρκίας, της ιστορίας της Κοινωνίας των Εθνών, της σωφρονιστικής και της εγκληματολογίας κ.α. .
2.Εν μέσω των διαπραγματεύσεων για την Συνθήκη των Σεβρών ο Βενιζέλος αναθέτει τον1919 στον Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Λωζάνης Ζωρζ Παγιάρ την εκπόνηση σχεδίου για την Ανωτάτη Εμπορική Σχολή, η οποία ιδρύεται το 1920. Η Σχολή αυτή αποτελεί έναν από τα εργαλεία με τα οποία ο Βενιζέλος επιδιώκει την καλλιέργεια των εμπορικών και οικονομικών σπουδών, με στόχο την ανάπτυξη της Ελλάδος στο πεδίο των εμπορικών σχέσεων μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης το 1912 και την αναμενομένη σύνδεση με το λιμάνι της Σμύρνης. Ο σχετικός νόμος ψηφίζεται σχεδόν ταυτόχρονα με τον νόμο για την ίδρυση ανωνύμων εταιρειών, σε συνέχεια των νόμων για τον αθέμιτο ανταγωνισμό του 1914, τον νόμο περί συστάσεως εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων του 1914, τον νόμο περί εμπορικών χρηματιστηρίων του 1918, τον νόμο περί συνεταιρισμών του 1915, τον νόμο περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως του 1917, μεταξύ άλλων.
3.Η εκπαίδευση γεωπόνων υψηλού επιπέδου ήταν ανύπαρκτη σε κράτος με σχεδόν αποκλειστικά γεωργική οικονομία . Μεταξύ των πολλών άλλων μέτρων των κυβερνήσεων του Βενιζέλου, όπως της ιδρύσεως του Υπουργείου Γεωργίας και Δημοσίων Κτημάτων το 1917, ως αυτόνομου επιτελικού οργάνου της κρατικής γεωργικής πολιτικής, ο Βενιζέλος ιδρύει την Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή Αθηνών στις 22 Ιανουαρίου του 1920 με υπουργό τον Γ. Καφαντάρη, τον δε ίδιο μήνα ψηφίσθηκε και ο νόμος περί μέσων γεωργικών σχολών, ο οποίος οργάνωνε τα της μέσης βαθμίδας και προέβλεπε την ίδρυση μέχρι έξι γεωργικών σχολών, γενικών και ειδικών. Η αποκατάσταση των προσφύγων, οι περισσότεροι των οποίων ήταν γεωργοί, της οποίας πρωτεργάτης ήταν ο γεωπόνος Ιωάννης Καραμάνος, ίσως δεν θα είχε πραγματοποιηθεί γρήγορα χωρίς την συμπαράσταση των νέων γεωπόνων, πτυχιούχων της Γεωπονικής Σχολής. Το ίδιο ισχύει και για την μελέτη των ασθενειών των φυτών, την αύξηση της στρεμματικής αποδόσεως των καλλιεργειών και την επεξεργασία μέτρων για την επίτευξη σιτάρκειας στην διάρκεια του Μεσοπολέμου.
4.Η ίδρυση της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών το 1929 αποτελεί ένα μεγάλο έργο της Κυβερνήσεως Βενιζέλου του 1928-1932 στον χώρο της δημόσιας υγείας, για τον οποίο δεν υπήρχε μέριμνα, με αποτέλεσμα η κατάσταση στην Ελλάδα να χαρακτηρίζεται «χειρότερη και από την Βραζιλία» και να θεωρείται υγειονομική απειλή για την Ευρώπη, παρά το έργο και τις προσπάθειες μεμονωμένων ιατρών και συλλόγων για την αντιμετώπιση της χολέρας, της πανώλης, του τύφου, της ευλογιά κ.α. ασθενειών.
Η μάστιγα της ελονοσίας επιβάρυνε την γενική ανάπτυξη της κοινωνίας και τελικώς εκριζώθηκε χάρις στα μέτρα που εισηγήθηκε η Υγειονομική Σχολή Αθηνών, η οποία δημιουργήθηκε με την πίεση του Ελευθερίου Βενιζέλου με την επιστημονική βοήθεια και καθοδήγηση της Κοινωνίας των Εθνών και την οικονομική υποστήριξη του Ιδρύματος Ροκφέλλερ. Ο Βενιζέλος ο ίδιος είχε προσβληθεί από τον Δάγκειο πυρετό, νοσηλεύθηκε και θεραπεύθηκε, ενώ το ίδιο έτος 3000 θύματα καταγράφηκαν από την πανδημία αυτή και 5000 από την ελονοσία.
5.Η Χαροκόπειος Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή Κορασίων – Διδασκαλείον, η οποία μετά από πολλές κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις οδήγησε στην δημιουργία του Χαροκοπείου Πανεπιστημία, ιδρύθηκε με δωρεά του Παναγή Χαροκόπου, βουλευτή των Φιλελευθέρων στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1910. Ο Χαροκόπος είχε συλλάβει το αρχικό σχέδιο κατά το πρότυπο αντιστοίχων σχολών άλλων ευρωπαϊκών κρατών, κυρίως της Ελβετίας, ήδη από το 1906 με σκοπό την μόρφωση της Ελληνίδας (σε θέματα οικιακής οικονομίας, διατροφής, υγείας, ανατροφής των παιδιών) και την δυνατότητα επαγγελματικής ζωής για τις γυναίκες της μεσαίας τάξης, οι οποίες δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ή τις ικανότητες να παρακολουθήσουν το Αρσάκειο. Η Σχολή ιδρύθηκε αρχικά με Β.Δ. του 1914, λειτούργησε δε με νόμο του 1929, με υπουργό παιδείας τον Κ. Γόντικα.
Οι απόφοιτοί της δίδαξαν επί δεκαετίες στην Μέση εκπαίδευση και βελτίωσαν το γενικό επίπεδο των γυναικών σε σχέση με την οικιακή οικονομία και τις δυνατότητες οικιακής οικοτεχνίας.
6.Κορωνίδα, βεβαίως της πολιτικής του Βενιζέλου στην ανωτάτη εκπαίδευση πρέπει να θεωρηθεί το άτυχο Πανεπιστήμιο της Ιωνίας στην Σμύρνη, το οποίο ιδρύθηκε με εισήγηση του γνωστού μαθηματικού και καθηγητή σε Πανεπιστήμια της Γερμανίας Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, ο οποίος είχε ορισθεί και Διευθυντής του. Λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν λειτούργησε ποτέ. Ο χαρακτήρας του όμως και οι κατευθύνσεις του μαρτυρούν την βασική επιδίωξη του Βενιζέλου για προσφορά ανωτάτης μορφώσεως και έρευνας προσανατολισμένης στις ανάγκες της χώρας, στη σύνδεση με την αγορά και στους ανοικτούς πνευματικούς ορίζοντες που προϋποθέτουν γνωριμία με τις γλώσσες και τους πολιτισμούς των γειτονικών λαών.
Σύμφωνα με το ιδρυτικό διάταγμα του Πανεπιστημίου Σμύρνης της 1ης Δεκεμβρίου του 1920 που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία της Ελλάδος προβλεπόταν η ίδρυση των εξής Σχολών για την ανάπτυξη της περιοχής: 1. Γεωπονική Σχολή και Φυσικών Επιστημών, για την εκπαίδευση πολιτικών μηχανικών, μηχανολόγων, αρχιτεκτόνων, ηλεκτρολόγων, χημικών, γεωπόνων κλπ. 2. Σχολή Ανατολικών Γλωσσών για την προγύμναση δασκάλων για τα ανώτερα εκπαιδευτήρια , όπου θα διδασκόταν η Τουρκική, Αραβική, Εβραϊκή, Ελληνική και Αρμενική γλώσσας, επίσης τα φαρσί). 3. Σχολή Δημοσίων Υπαλλήλων με διδασκαλία διοικητικού δικαίου καθώς και κοινωνικών και διοικητικών επιστημών 4. Εμπορική Σχολή και Σχολή Εργοδηγών. Το διάταγμα προέβλεπε επίσης την ίδρυση Ανώτερου Μουσουλμανικού Ιεροδιδασκαλείου για την εκπαίδευση νομομαθών και Ιεροδικαστών του Ισλάμ και την ίδρυση Υγειονολογικού Ινστιτούτου και δημόσιας βιβλιοθήκης. Το σχέδιο σύμφωνα με το οποίο «Η Ελλάς πρέπει να εκπολιτίσει την Μικράν Ασίαν» ανήκε στις προθέσεις του Βενιζέλου ήδη από την νίκη του στις εκλογές του 1910 ή, όπως έγραφε ο Καραθεοδωρή, το Πανεπιστήμιο επρόκειτο να παίξει τον «ρόλον του καταλύτου εις τας χημικάς ενώσεις», να συμβάλει στην πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής. Το έμβλημά του : Ex oriente lux είναι ενδεικτικό του οράματος των δύο πρωταγωνιστών του: Το Πανεπιστήμιο θα προσέφερε μόρφωση για όλους ανεξαρτήτως φυλής ή εθνότητας και θα απεδείκνυε ότι η Ελλάδα δεν πήγε στην Μικρά Ασία για να καταλάβει ξένους λαούς αλλά για να τους προσφέρει ανώτερο πολιτισμό. Ο Βενιζέλος δεν ήθελε μόνον την Μεγάλη Ελλάδα, αλλά ήθελε και «μια άλλη Ελλάδα», εκείνη στην οποία το ανθρώπινο δυναμικό θα μπορούσε να εκφράσει όλες τις δημιουργικές πτυχές του και θα μεταμόρφωνε την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της χώρας. Είναι γνωστό ότι η ιδεολογική «κληρονομιά» του Πανεπιστημίου αυτού οδήγησε τον Παπαναστασίου στην ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο χαρακτηρίζεται από την ίδια φιλοσοφία.
Πολλά από αυτά τα «βενιζελογενή» ιδρύματα είχαν αναπτύξει σχέσεις ακαδημαϊκές μεταξύ τους όπως π.χ. το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο με το Πάντειο , δεδομένου ότι η επιστημονική μελέτη για την ανάπτυξή του εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου, κατ’ εντολήν του Υπουργείου Παιδείας. Η βελτίωση της θέσης της γυναίκας αποτελούσε αντικείμενο έρευνας της Χαροκοπείου Σχολής και της Παντείου.
Δύο από τις περισσότερο επιδραστικές ακαδημαϊκές φυσιογνωμίες του Μεσοπολέμου, ο Χρυσός Ευελπίδης και ο Δημήτρης Καλλιτσουνάκης είχαν συνεχή παρουσία σε δύο Ανώτατες Σχολές: Ο Χρυσός Ευελπίδης στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή, της οποίας υπήρξε Πρύτανις και στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή, της οποίας υπήρξε Καθηγητής και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο δε Δημήτρης Καλλιτσουνάκης στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, της οποίας υπήρξε Πρύτανις και στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών ως Καθηγητής. Ο Σπύρος Χασιώτης, καθηγητής και διευθυντής της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας και στην ανάπτυξη των γεωργικών σπουδών. Εκτός , όμως αυτής της κυρίας ασχολίας αρθρογράφησε επανειλημμένως υπέρ της πρακτικής εκπαιδεύσεως των γυναικών και της ιδρύσεως της Ανωτέρας Οικοκυρικής Σχολής του Π. Χαροκόπου.
Αυτή η έντονη επιστημονική κίνηση οφειλόταν ίσως στο γεγονός ότι οι πρωτεργάτες των περισσοτέρων Σχολών είχαν και πολιτική δραστηριότητα είτε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων είτε σε φιλικά προς το βενιζελισμό κόμματα και η κινητοποίησή τους υλοποιούσε το μεταρρυθμιστικό και εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα του βενιζελισμού: Ο Φραγκούδης, ο Παππάς και ο Χαροκόπος είχαν εκλεγεί βουλευτές των Φιλελευθέρων, ο Χασιώτης είχε ιδρύσει το Αγροτικό κόμμα και είχε εκλεγεί βουλευτής και γερουσιαστής, το ίδιο δε ισχύει και για τον Χρυσό Ευελπίδη.
Μεταξύ Παντείου και ΑΣΟΕΕ υπήρξε συνεχής κινητικότητα και μεταξύ των φοιτητών, δεδομένου ότι ήταν σύνηθες οι πτυχιούχοι της μιας Σχολής να αποφοιτούν σε επόμενο χρόνο, μετά την επιτυχία τους σε καταταρκτήριες εξετάσεις και από την άλλη.
Τα Ιδρύματα αυτά που δημιουργήθηκαν σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών άλλαξαν καθοριστικά τον ακαδημαϊκό και επιστημονολογικό χάρτη της χώρας, ανέβασαν το μορφωτικό επίπεδο και συνέβαλαν καθοριστικά στην χειραφέτηση των γυναικών: Αν και αρχικά ήταν Ανώτατες και Ανώτερες Σχολές τριετούς φοιτήσεως και αντιμετωπιζόταν με υπεροψία από την «αριστοκρατία» του Πανεπιστημίου Αθηνών, σύντομα απέδειξαν ότι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας κοινωνίας, που ήθελε να αποκτήσει περισσότερη γνώση και επαγγελματικά εφόδια και να προσφέρει με τις δυνάμεις της στην μελέτη και έρευνα προβλημάτων που έθετε η εποχή και η γενικότερη πολιτική κατάσταση στον κόσμο.
Τα νέα γνωστικά αντικείμενα που καλλιεργήθηκαν με τα επιστημονικά περιοδικά που προέκυψαν, όπως π.χ. το «Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών» του Δημ. Καλλιτσουνάκη που εκδιδόταν από το 1921- το 1970 ή την «Αγροτική Οικονομία» του Ευελπίδη, από το 1935 – 1967, προσέφεραν βήμα προβολής και διαλόγου νέων ιδεών και θεωριών. Επιστημονικοί κλάδοι μεγάλης σημασίας, οι οποίοι αργότερα υιοθετήθηκαν και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, οφείλουν την ύπαρξή τους σε αυτές τις Ανώτερες και Ανώτατες Σχολές. Η ανωτάτη εκπαίδευση απομακρύνθηκε από το μεσαιωνικό πρότυπο των τεσσάρων πανεπιστημιακών σχολών (ιατρικής, νομικής, φιλοσοφικής και θεολογίας) και εκτινάχθηκε στους αβέβαιους κόσμους των νέων γνώσεων.
Οι νέες Σχολές δεν μετέφεραν όμως μόνον νέα γνωστικά αντικείμενα από τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια στην Ελληνική πανεπιστημιακή πραγματικότητα. Περισσότερο σημαντικός ίσως είναι ο κοινωνικός αντίκτυπος από την δημιουργία τους: Υποψήφιοι από κατώτερα ή μεσαία οικονομικώς στρώματα που δεν θα τολμούσαν να πλησιάσουν το κατώφλι του Πανεπιστημίου Αθηνών βρήκαν μια διέξοδο προς την μόρφωση, που θα συνεπαγόταν και άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου.
Υποψήφιοι και υποψήφιες που λόγω της καταγωγής τους από απομακρυσμένες ή αγροτικές περιοχές ή από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα δεν μπορούσαν να προετοιμασθούν για τις Σχολές του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, πύκνωναν τις τάξεις της Γεωπονικής, της Παντείου, της Χαροκοπείου ή της ΑΣΟΕΕ. Κατώτεροι ή μεσαίοι υπάλληλοι των υπουργείων, των τραπεζών, της Αστυνομίας και του Λιμενικού σώματος παρακολουθούσαν τα απογευματινά μαθήματα και μετ΄ εμποδίων έδιναν τις τελικές εξετάσεις. Η διεύρυνση των κοινωνικών στρωμάτων που ελάμβαναν ανωτέρα μόρφωση προκάλεσε έναν υποδόρειο εκδημοκρατισμό της Ελληνικής κοινωνίας και συνετέλεσε καθοριστικά στην επιτάχυνση της κοινωνικής κινητικότητας.
Στο Μουσείο Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου εκτίθενται τεκμήρια φοιτητών από ενδεείς, πολύτεκνες ή προσφυγικές οικογένειες, απολυτήρια γυμνασίου από μικρές πόλεις πάνω σε σελίδες τετραδίου, απολυτήρια νυκτερινών σχολείων και απολυτήρια από τα «ευγενή» σχολεία της πρωτεύουσας σε βαρύ χαρτί με καλλιγραφικό διάκοσμο. Και αυτό διότι το πρωτότυπο και απαιτητικό επίπεδο των σπουδών προκαλούσε και άτομα οικονομικώς εύρωστα να τολμήσουν να τα παρακολουθήσουν και συνέβαλε στην κοινωνική ώσμωση.
Το γεγονός ότι τα ιδρύματα αυτά πήραν ως βάση την μορφή των Grandes Ecoles της Γαλλίας, που είχαν δημιουργηθεί εκτός του βασικού κορμού του κεντρικού Πανεπιστημίου, οφείλεται στην εξοικείωση που είχαν πολλά μέλη της πολιτικής ελίτ με το Γαλλικό ακαδημαϊκό σύστημα και στο γεγονός ότι οι περισσότεροι πρωτεργάτες ήταν Γαλλικής παιδείας (π.χ. Ο Πάντος και ο Φραγκούδης, ο Ευελπίδης, ο Παππάς και ο Χασιώτης, ο Παγιάρ).