Δρ.Κωνσταντίνος Θ.Παπαδημητρίου,
Πρόεδρος Διοικητικού Επιμελητηρίου, Ιστορικός Ερευνητής
Η Μικρασιατική Πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου
Διάλεξη στο Ιδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου και τη Λέσχη Φιλελευθέρων, 15.4.2026. Στην εκδήλωση συμμετέσχε με εισήγηση και ο Επίτιμος Πρόεδρος του Ιδρύματος Ελ. Βενιζέλου κ. Γεώργιος Κ. Στεφανάκης. Συντονισμός από τον Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη

Α. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ και ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η Διοικητική Επιστήμη συνιστά κλάδο της Πολιτικής Επιστήμης και έχει ως αντικείμενό της τους τρόπους με τους οποίους υλοποιούνται αποδοτικά οι αποφάσεις που λαμβάνονται από μεγάλους συλλογικούς φορείς (Chevalier 1993, Δεκλερής 1989, Mακρυδημήτρης 2007), όπως τα κράτη, οι επιχειρήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί.
Στη βασική θεωρία της, καταγράφονται τέσσερις μείζονες συνιστώσες-λειτουργίες της (Παπαδημητρίου 2021) που είναι οι εξής:
α) Ο Σχεδιασμός, που διακρίνεται σε στρατηγικό (μακροπρόθεσμο) και επιχειρησιακό (σύντομου ορίζοντα) και σε αυτόν καθορίζονται οι επιδιωκόμενοι σκοποί και οι κύριες αποφάσεις για την κατάλληλη στρατηγική, με την οποία θα επιτευχθούν.
β) Η Οργάνωση των απαραίτητων δομών με τις οποίες θα υλοποιηθεί η στρατηγική
γ) Η Διεύθυνση των ανθρώπων που θα συμμετέχουν και η διαχείριση των διαφόρων πόρων που είναι απαραίτητοι. Η σημασία του φαινομένου της Ηγεσίας παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο.
δ) Ο Έλεγχος της ακριβούς υλοποίησης των δρομολογηθέντων και η επαναφορά της ορθής πορείας σε περίπτωση αποκλίσεων.
Αυτές τις λειτουργίες θα εξετάσουμε στη συνέχεια, αξιοποιώντας τες ως κριτήρια για την εκτίμηση της δράσης των ελληνικών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της παρουσίας στη Μικρά Ασία την περίοδο 1914-1922. Η εξέταση θα κλιμακωθεί σε τρία επίπεδα ανάλυσης, τα εξής:
Καταρχάς, στη λεγόμενη “υψηλή πολιτική” ή αλλιώς “υψηλή στρατηγική”, με την οποία καθορίζονται οι επιδιωκόμενοι σκοποί (Μαυρόπουλος 2023). Στην περίπτωσή μας, στο ελληνικό Κράτος των 1914-22, η υψηλή πολιτική καθοριζόταν από την κυβέρνηση (στην οποία κρίσιμο ρόλο έπαιζε ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί Εξωτερικών, Στρατιωτικών, Ναυτικών, Οικονομικών και Εσωτερικών) και το στέμμα. Στο τουρκικό στρατόπεδο, η υψηλή πολιτική καθοριζόταν κυρίως από την κυβέρνηση των εθνικιστών της ‘Αγκυρας.
Στο επόμενο επίπεδο βρίσκουμε τους στρατιωτικούς σχηματισμούς, οι οποίοι έχουν επιφορτιστεί με την υλοποίηση της υψηλής πολιτικής στο στρατιωτικό πεδίο (Μαυρόπουλος 2023). Στην ελληνική μεριά, ο σχηματισμός αυτός ήταν η Στρατιά Μικράς Ασίας, με το επιτελείο και τις μονάδες της. Ενδιάμεσος σχηματισμός μεταξύ της Στρατιάς και του Υπουργείου Στρατιωτικών ήταν το Γενικό Επιτελείο (τότε Επιτελική Υπηρεσία) Στρατού, το οποίο ήταν υπεύθυνο, αφενός για την παροχή της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης του προς την αποφασίζουσα κυβέρνηση και αφετέρου για τη διαρκή υποστήριξη της Στρατιάς, ώστε αυτή να φέρει σε πέρας την αποστολή που αναλάμβανε, σύμφωνα με την ακολουθούμενη υψηλή πολιτική.
Στο τρίτο επίπεδο βρίσκονται οι μονάδες που επιχειρούν στο πεδίο της μάχης, επιδιώκοντας την επίτευξη στόχων τακτικής σημασίας και το οποίο δεν θα μας απασχολήσει εδώ.
Πέραν των προηγούμενων, τα τελευταία εξήντα περίπου χρόνια κυριαρχεί στη λειτουργία και στον στοχασμό των ιδιαίτερα αναπτυγμένων Κρατών (Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ολλανδία κλπ) η έννοια της δημόσιας πολιτικής (public policy) σε συνδυασμό με τη συστημική προσέγγιση της κρατικής οργάνωσης και λειτουργίας (Chevallier 1993, Δεκλερής 1989, Παπαδημητρίου 2021).
Ως πολιτική (policy/policies όχι politics) στη Διοικητική επιστήμη, εννοιολογείται η πρόταξη και επιδίωξη μακροπρόθεσμων σκοπών με δεδομένα μέσα και τρόπους λίγο πολύ προσδιορισμένους. Δημόσια πολιτική είναι συνεπώς αυτή που αναπτύσσει ο κρατικός φορέας, προκειμένου να επιτευχθούν οι επιλεγέντες (από την υπεύθυνη πολιτική ηγεσία) σκοποί σε κάποιο τομέα κρατικού ενδιαφέροντος, η οποία συνιστά ταυτόχρονα, την έγκυρη απάντηση του κράτους στα σύγχρονα δημόσια προβλήματα (Παπαδημητρίου 2021). Με πιο τεχνικούς όρους, μια δημόσια πολιτική έγκειται στον καθορισμό σκοπών και στον προσανατολισμό της κρατικής οργάνωσης, των απαραίτητων μέσων και πόρων (ανθρώπινων, υλικών και άυλων) για την επιτυχή επιδίωξή τους, η οποία εξασφαλίζεται με την υιοθέτηση του κατάλληλου τρόπου (στρατηγικής). Μια δημόσια πολιτική εν κατακλείδι, απαιτείται να απαντά στα ερωτήματα: Που (κατευθυνόμαστε), πως (ποιοι, με τι) θα φτάσουμε εκεί και γιατί θέλουμε ως κράτος να πάμε εκεί.
Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τις αρχές της Διοικητικής επιστήμης, η παραγωγή (διαμόρφωση) και η διαχείριση (υλοποίηση-παρακολούθηση) δημοσίων πολιτικών μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια διαδικασία διαφόρων φάσεων, ο αριθμός των οποίων είναι τουλάχιστον πέντε (Δεκλερής 1989):
Δόμηση προβλήματος (ανάλυση με χρήση αυστηρής μεθόδου των διαστάσεων του προβλήματος, δηλαδή των εμπλεκομένων, των δοξασιών τους, των αξιών τους κλπ )
Εναλλακτικές λύσεις (διατύπωση μελετημένων προτάσεων εναλλακτικών επιλογών δράσης)
Επιλογή σκοπού (απόφαση προτιμητέου σκοπού άρα και αντίστοιχης εναλλακτικής πρότασης)
Εκτέλεση (υλοποίηση αποφασισθείσας επιλογής)
Αξιολόγηση (εκτίμηση αποτελεσμάτων σε σχέση με επιδιωκόμενο σκοπό).
Κατά την κλασική διοικητική σκέψη, “οι πολιτικές δεν υλοποιούνται αυτομάτως: πρέπει να πραγματοποιηθούν, να εκτελεστούν… Η εκτέλεση αποτελεί, όχι μόνο την λυδία λίθο των δημόσιων πολιτικών…αλλά ακόμα βαθύτερα αυτή καθ’ εαυτήν την έκφραση της ενεργητικής διάστασης της διοίκησης” και αναδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση απόφασης-εφαρμογής, “η ορθολογική δράση δεν γίνεται αντιληπτή χωρίς μια προηγούμενη πράξη επιλογής. Και αντιθέτως, η απόφαση δεν γίνεται πραγματικότητα παρά αφού εκτελεστεί” (Chevallier 1993:546).
Εχοντας τον παραπάνω θεωρητικό εξοπλισμό, μπορούμε πλέον να εξετάσουμε τη Μικρασιατική πολιτική των Κυβερνήσεων του Ελευθερίου Βενιζέλου, τόσο ως προς τη διαμόρφωση και υλοποίησή της όσο και ως προς εκείνες που της αντιτάχθηκαν, είτε των Τούρκων εθνικιστών είτε της συντηρητικής παράταξης υπό τον Βασιλιά Κωνσταντίνο.
Β. ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ (1914-1920) ΓΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗ ΟΜΟΓΕΝΩΝ
Από το Καλοκαίρι του 1913, με αφορμή τις συμπλοκές μεταξύ μουσουλμάνων που είχαν διωχθεί από τα εδάφη της Βαλκανικής και χριστιανών της Θράκης, οι επίσημες οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε σειρά κατασταλτικών ενεργειών κατά των Ελλήνων, όπως παράνομες φυλακίσεις, απελάσεις χωρίς κατηγορίες, αποκλεισμούς από οικονομικές δραστηριότητες, εμπρησμούς καταστημάτων και οικιών, λεηλασίες, βιαιοπραγίες κλπ. Οι ενέργειες αυτές εντάθηκαν στις αρχές του 1914 και επεκτάθηκαν με ορμή κατά των Ελλήνων σε ολόκληρη τη μικρασιατική παραλία.
Σε μια κορυφαία στιγμή της υλοποίησης της τουρκικής στρατηγικής, η οποία έφερε τα χαρακτηριστικά της γενοκτονίας (κατά τον αναγνωριζόμενο από το 1948 ορισμό του ΟΗΕ), καταστράφηκε ολοσχερώς με φωτιά η περιοχή της Παλαιάς και Νέας Φώκαιας, όπου διαβιούσαν 6.500 Ελληνες (επί συνόλου πληθυσμού 7.500), ενώ στη συνέχεια, πολλές πόλεις και χωριά Ελλήνων της Ιωνίας υπέστησαν ανάλογες επιδρομές με συνέπεια 120.000 Ελληνες να αναγκαστούν να αναχωρήσουν για την ελεύθερη Ελλάδα.
Ο ‘Ελληνας Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία (ακόμα και σχέδια του τουρκικού Γενικού Επιτελείου για την υλοποίηση της πολιτικής εκρίζωσης-εξόντωσης) και κατανοώντας τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι ομογενείς, προειδοποίησε την τουρκική κυβέρνηση ότι η Ελλάς θα αναγκαστεί να φτάσει σε πόλεμο («έσχατα μέτρα»).
Το κρίσιμο στοιχείο πάντως σε όλα αυτά, ήταν το ότι η υλοποίηση των διώξεων συνιστούσε το πρακτικό μέρος μιας πολιτικής που είχε υιοθετηθεί από το 1911! Σήμερα, γνωρίζουμε πολύ περισσότερα γύρω από αυτό και πάντως, όλα τα σημαντικά στοιχεία. Η εξόντωση (…) έτσι, των μη τουρκικών εθνοτήτων είχε αποφασιστεί από τον Οκτώβριο 1911, στο επίσημο συνέδριο (στη Θεσσαλονίκη) της επιτροπής «Ενωση και Πρόοδος» των Νεοτούρκων. Σε αυτό το συνέδριο, επικράτησαν πλήρως τα ακραία σωβινιστικά στοιχεία, που ιδεολογικά υιοθετούσαν τις θέσεις του διανοούμενου Ζιγιά Γκιοκάλπ περί παντουρκισμού και ανωτερότητας των Τούρκων έναντι των άλλων λαών. Μέσα σε αυτό το νοητικό-ιδεολογικό πλαίσιο, οι Νεότουρκοι που είχαν την εξουσία κατά το 1914, δρομολόγησαν την υπέρβαση της πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους χαλαρούς δεσμούς, την οποία επέκριναν για την παρακμή της, σε μια κατεύθυνση δημιουργίας ενός ομοιόμορφου, συμπαγούς κοινωνικού σώματος, ενός δηλαδή τουρκικού έθνους-κράτους. Ως στρατιωτικοί αφενός, άρα οπαδοί της ισχύος και της υπακοής και αφετέρου εμποτισμένοι με τις ιδέες του Γκιοκάλπ και των Γερμανών συμβούλων τους (με προφανή την επιρροή του Γερμανού φιλοσόφου Νίτσε και του «υπερανθρώπου» του), με ευκολία υιοθέτησαν την απεριόριστη βία και την ακραία καταπίεση μέχρις εξοντώσεως, ως μεθόδους επιβολής των σχεδίων τους. Τα όργανα που ανέλαβαν την υλοποίηση βρέθηκαν εξίσου εύκολα, καταρχήν στα πρόσωπα των μουσουλμάνων που είχαν εκδιωχθεί από τα Βαλκάνια (Αλβανία, Σερβία και Βουλγαρία) και στη συνέχεια, με την κατάλληλη οργάνωσή τους, στις στρατιωτικές και πολιτικές αρχές.
Όλα τα παραπάνω συνέθεταν την πλέον κρίσιμη για τα ελληνικά δεδομένα παράμετρο του πολύπλοκου ανατολικού προβλήματος, που όφειλαν οι ελληνικές κυβερνήσεις (και οι πολιτικές παρατάξεις γενικότερα) να αντιμετωπίσουν. Δηλαδή, την υπαρκτή και άμεση απειλή εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου της Ανατολής από τους Τούρκους εθνικιστές. Την παράμετρο αυτή, αντιμετώπισε ως μείζον πρόβλημα προς επίλυση η Κυβέρνηση Βενιζέλου, διαμορφώνοντας τη μικρασιατική δημόσια πολιτική της.
Σύμφωνα με αυτήν, με πηγή έμπνευσης (“όραμα”) τη “Μεγάλη Ιδέα” του Ελληνισμού, δηλαδή την αποκατάσταση της ελληνικής κυριαρχίας στον χώρο της χριστιανικής ανατολικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή στη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία, το ελληνικό Κράτος θα επιδίωκε (“στρατηγικοί σκοποί”) την επέκταση της κυριαρχίας του στα μέρη της οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διαβιούσαν μεγάλες ομάδες ομογενών (Θράκη και Ιωνία), οπότε και θα διέσωζε αυτούς από την εξόντωση και θα ανέπτυσσε τη δική του εμβέλεια, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον απειλητικό τουρκικό εθνικισμό. Τους σκοπούς αυτούς, το ελληνικό Κράτος θα τους πετύχαινε (“στρατηγική”), πρωτευόντως με την ένταξή του στη συμμαχία των Δυτικών Δυνάμεων, οι οποίες κυριαρχούσαν στην Ανατολική Μεσόγειο (Βρετανία, Γαλλία) και βέβαια, με τη δική του διπλωματική και στρατιωτική ισχύ (Ριζάς 2022).
Μετά τις περιπέτειες που προέκυψαν από τις εξωθεσμικές αντιρρήσεις του γερμανόφιλου Βασιλιά Κωνσταντίνου για τη συμμετοχή της χώρας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (“Εθνικός Διχασμός”), κατά τη νέα περίοδο διακυβέρνησης Βενιζέλου (1917-1920), η ελληνική υψηλή πολιτική ήταν πλέον ξεκάθαρη. Σκοπός της ήταν η επιβολή της παρουσίας του ελληνικού Κράτους στην Ιωνία που εξασφάλιζε τη διάσωση των ομογενών (Ριζάς 2022). Με αυτόν τον σκοπό, η στρατηγική που είχε επιλεγεί συνίστατο στην επιδίωξη συντριβής των αντιδρώντων Τούρκων εθνικιστών, με κύριο μέσο τη Στρατιά Μικράς Ασίας (Παπαδημητρίου 2022). Εκείνη την περίοδο, δεν λειτουργούσε το Γενικό Επιτελείο αλλά το Στρατηγείο είχε μεταφερθεί από την έδρα του (Θεσσαλονίκη) στη Σμύρνη και είχε αναλάβει την ηγεσία της Στρατιάς (ΔΙΣ 1967). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αρχιστράτηγος ήταν και διοικητής της μαχόμενης Στρατιάς και τη θέση κατείχε ο εγνωσμένης ικανότητας αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, με επιτελάρχη τον εξίσου ικανό υποστράτηγο Θεόδωρο Πάγκαλο.
Με αρχική δύναμη 65.000 ανδρών που ανέβηκαν αργότερα στους 125.000, η Στρατιά επιτέθηκε τον Ιούνιο 1920, κατέλαβε μια μεγάλη έκταση με τις πόλεις Πάνορμο, Προύσα και Φιλαδέλφεια ενώ ταυτόχρονα συνέτριβε τους αντιπάλους της (20.000άνδρες), επιφέροντάς τους απώλειες της τάξης του 40% (ΔΙΣ 1967). Τότε ο Παρασκευόπουλος πρότεινε στον Βενιζέλο, να συνεχίσουν (υπήρχε έτοιμο σχέδιο), για να καταλάβουν το Εσκή Σεχήρ ακόμα και την Άγκυρα. Ο πρωθυπουργός όμως, έχοντας κατά νου την απειλή που συνιστούσε ο άλλος εθνικιστής στρατηγός, ο Τζαφέρ Ταγιάρ, στην Ανατολική Θράκη που διέθετε 25.000 περίπου άνδρες με σημαντικό πυροβολικό, επέλεξε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση στη γειτονική Θράκη πριν συνεχίσει στα ενδότερα της Ανατολής (Ριζάς 2022). Τον Ιούλιο, οι δυνάμεις του Ταγιάρ χτυπήθηκαν και διαλύθηκαν (μάχη Αδριανούπολης), ενώ οι Έλληνες έφταναν στην Τσατάλτζα, 60χλμ από την Κωνσταντινούπολη (ΔΙΣ 1967).
Επισκοπώντας όλη την περίοδο Βενιζέλου με τα τέσσερα κριτήρια που θέσαμε, διαπιστώνουμε ότι και Σχεδιασμός ικανοποιητικός υπήρχε και κατάλληλη Οργάνωση και επιτυχής Διεύθυνση των ανδρών κατά τις επιχειρήσεις (με ικανούς ηγέτες να ξεχωρίζουν) και αυστηρός Ελεγχος, όταν υπήρχαν παρεκκλίσεις. Τα Στρατοδικεία λειτουργούσαν αποφασιστικά (Παπαδημητρίου 2022).
Γ. ΑΛΛΑΓΗ ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΜΕΤΑΝΟΕΜΒΡΙΑΝΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ (1920-1922)
Κατά την επόμενη περίοδο (1920-1922), με τις μετανοεμβριανές κυβερνήσεις και την επάνοδο του Βασιλιά Κωνσταντίνου, η κατάσταση αλλάζει άρδην. Οι μεν κυβερνήσεις (Δ.Ράλλη, Ν.Καλογερόπουλου, Δ.Γούναρη) δεν έχουν ξεκάθαρη υψηλή πολιτική και μέχρι να αποφασίσουν τι θέλουν να πετύχουν και προπάντων, πως να το πετύχουν έχοντας χάσει τα διεθνή ερείσματα (λόγω της καταγγελίας της συμμαχικής σχέσης στην οποία προέβησαν οι σύμμαχοι εξ αιτίας της επαναφοράς του Κωνσταντίνου), χάνεται πολύτιμος χρόνος (Ριζάς 2022). Το σημαντικότερο, χάνεται το κύριο έρεισμα της πολιτικής Βενιζέλου, δηλαδή η συμμαχική κάλυψη. Και αυτό, τόσο στο διπλωματικό όσο και στο οικονομικό πεδίο (οι πιστώσεις που είχε εξασφαλίσει ο Βενιζέλος πάγωσαν την επομένη του δημοψηφίσματος, με συνέπεια, η ελληνική δραχμή να φτάσει από 1/25 σε 1/48 της βρετανικής λίρας ένα μήνα μετά…).
Πέραν της απουσίας σαφούς υψηλής πολιτικής για το Μικρασιατικό, στο επίπεδο της Στρατιάς η κυβέρνηση προχώρησε σε δύο κρίσιμες, πλήρως εσφαλμένες διοικητικά επιλογές: Πρώτον, αντικατέστησε την ηγεσία της (αρχιστράτηγο, σωματάρχες και 7 από τους 8 μεράρχους) και πολλούς μάχιμους διοικητές, που ήταν αποδεδειγμένης ικανότητας, με επαναφερθέντες απότακτους, οι οποίοι ούτε γνώριζαν τις εξελίξεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ούτε είχαν προηγούμενα ασκήσει διοίκηση στο επίπεδο που αναλάμβαναν (ΔΙΣ 1967). Δεύτερο, περιόρισαν σημαντικά τον ρόλο της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, μειώνοντας κατακόρυφα το επίπεδο του ασκούμενου ελέγχου, άρα και της συνοχής της Στρατιάς (Σπυρίδωνος 1957).
Με τα νέα δεδομένα, η κυβέρνηση αντιμετωπίζοντας την αναθεώρηση προς το χειρότερο της Συνθήκης των Σεβρών (Φεβρουάριο 1921) εξέτασε τις δυνάμεις της και το έργο που είχε μπροστά της στην περίπτωση που επέμενε στην τήρησή της. Τότε, την ξεκάθαρη δυνατότητα στρατιωτικής επιτυχίας υποστήριξαν σαφώς και ο διοικητής του ανασυσταθέντος Γενικού Επιτελείου (τότε ΕΥΣ) υποστράτηγος Κωνσταντίνος Γουβέλης (υπόμνημα 18ης Ιανουαρίου) και ο διοικητής της Στρατιάς (Ριζάς 2022). Στη θέση αυτή η νέα κυβέρνηση όρισε τον Αναστάσιο Παπούλα, έναν έντιμο, γενναίο αλλά αμόρφωτο αξιωματικό (προερχόταν από το στράτευμα) που από τη φυλακή που βρισκόταν βρέθηκε στη Σμύρνη, να διοικήσει έναν οργανισμό σαφώς ανώτερο από την προηγούμενη εμπειρία του (διοικητής Σώματος Στρατού σε καιρό ειρήνης).
Η θετική εκτίμηση του ΓΕΣ στηριζόταν στα δημογραφικά και στρατιωτικά δεδομένα. Η Ελλάδα, με πληθυσμό 2.632.000 κατοίκων, εισήλθε στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο με έναν στρατό 130.000 ανδρών, έχοντας δηλαδή επιστρατεύσει μόλις 1/20 κατοίκους της. Κατά την επιστράτευση του 1915, με πληθυσμό 4.700.000 περίπου κατοίκων, συγκρότησε 16 μεραρχίες πεζικού και 5 ΣΣ, με ένα σύνολο 350-400.000 ανδρών, δηλαδή επιστράτευσε 1/12-13. Κατά την περίοδο συμμετοχής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν επιστράτευσε παρά μέρος αυτού του δυναμικού, συγκροτώντας 10 μόνο μεραρχίες (όσες είχαν ζητήσει και τροφοδοτούσαν οι σύμμαχοι) με ένα σύνολο 230.000 ανδρών, δηλαδή πάλι 1/20. Για να υπάρχει μέτρο σύγκρισης, σημειώνουμε ότι η Σερβία με παρόμοιο πληθυσμό είχε επιστρατεύσει συνολικά 707.000 άνδρες (1/7), ενώ η λίγο μεγαλύτερη Βουλγαρία (5.5 εκατομμύρια πληθυσμό) είχε κινητοποιήσει 1.200.000 άνδρες (1/4,5)!
Οι απώλειες του ελληνικού Στρατού κατά το διάστημα του ενάμιση έτους συμμετοχής του στον Μεγάλο Πόλεμο, ήταν περιορισμένες: Μόνο 5.000 νεκροί σε μάχες, 21.000 τραυματίες και 1.000 αγνοούμενοι (27.000 επί συνόλου 230.000 ή 11%) ποσοστό απωλειών κατά πολύ μικρότερο από εκείνο του Β΄ Βαλκανικού (5.851 νεκροί, 23.847 τραυματίες και 188 αγνοούμενοι επί συνόλου στρατιωτικών δυνάμεων 148.000 ανδρών ήτοι 30%) και ανάλογο του Α΄ Βαλκανικού (2.373 νεκροί, 9.295 τραυματίες και ελάχιστοι αγνοούμενοι επί συνόλου δυνάμεων 130.000 ανδρών ή 10%) που όμως διήρκεσε πολύ λιγότερο χρόνο (έξη μήνες έναντι 16).
Με την επιστράτευση που διέταξε (αργοπορημένα) η Κυβέρνηση Γούναρη, το 1921, ο αριθμός των συνολικά επιστρατευμένων έφτασε μεν στους 332.000 αλλά από αυτούς, στη Μικρά Ασία βρέθηκαν μόνο οι 200.000 (12 μεραρχίες), ενώ οι υπόλοιποι απρακτούσαν σε ήσυχες φρουρές (ΔΙΣ/ΓΕΣ 1967). Και όμως, η Ελλάδα μπορούσε να αναπτύξει και άλλες δυνάμεις πέραν όσων διέθετε στις κρίσιμες ημέρες του Καλοκαιριού 1921, αφού το ποσοστό επιστράτευσης ήταν ακόμα στο 1/16. Επιπλέον όμως των ανδρών της μητρόπολης, μπορούσε να επιστρατεύσει και τους Ίωνες ομογενείς των περιοχών που ήδη κατείχε. Αυτοί ήταν τουλάχιστον 45.000, το 1/20 δηλαδή του ελληνικού πληθυσμού των περιοχών Σμύρνης-Προύσας-Πανόρμου (900.000), με σαφείς δυνατότητες αύξησης αφού οι Τούρκοι όταν επανήλθαν στη Σμύρνη συνέλαβαν ως ομήρους 125.000 άνδρες ηλικίας 17-50 ετών… Κάτι τέτοιο δεν συνέβη παρά μόνο εθελοντικά και οι σχετικοί αριθμοί ήταν περιορισμένοι (14.000 σύνολο). Ο Αμερικάνος πρόξενος Τζ. Χόρτον έγραψε επ’ αυτού (1992), ότι, “ελάχιστοι κατατάχθηκαν εθελοντικά στον ελληνικό στρατό. Και όσοι από αυτούς υπηρέτησαν, τελικά άσκησαν όση επιρροή διέθεταν και όσες υπεκφυγές ή τεχνάσματα μπορούσαν να επινοήσουν για να μην πάνε στο μέτωπο. Αν οι Ελληνες της Μικράς Ασίας ήταν μια ρωμαλέα πολεμική φυλή και είχαν συνεργαστεί ανεπιφύλακτα με τους Ελληνες της κυρίως Ελλάδας, θα είχαν καταφέρει να αποκόψουν την τουρκική στρατιά».
Επισημαίνουμε γενικότερα πως, ένας στρατός στα μέρη που εκστρατεύει και κατέχει, από την Αρχαιότητα ήδη, φρόντιζε να κάνει τα εξής βασικά:
-Να επιστρατεύει άνδρες από τους ντόπιους
-Να εισπράττει εισφορές-χρήματα κλπ.
-Να οχυρώσει τις κρίσιμες τοποθεσίες
-Να κρατήσει ζωηρό το πνεύμα του αγώνα που δίνει
-Να αφοπλίσει τους πιθανούς αντιπάλους
-Να εξασφαλίσει φίλους-πληροφοριοδότες.
Όλα τα παραπάνω είτε τα ξεκίνησε είτε τα είχε στα σχέδιά της η Κυβέρνηση Βενιζέλου. Στη συνέχεια όμως όλα, είτε σταμάτησαν εντελώς (πχ οχύρωση Σμύρνης) είτε παραμελήθηκαν επί των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων (ΔΙΣ/ΓΕΣ 1967).
Δ. Η ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Ο στρατός της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τις ημέρες της συνθηκολόγησης (Οκτώβριος 1918) βρισκόταν σε δεινή θέση. Εχοντας λάβει μέρος στο πόλεμο σχεδόν από την αρχή του (Νοέμβριο 1914), είχε πολεμήσει σε τρία κύρια μέτωπα (Καύκασο, Μεσοποταμία, Δαρδανέλια) και είχε υποστεί σημαντική φθορά.
Κατά τα τέσσερα αυτά έτη (1914-1918), η οθωμανική αυτοκρατορία είχε επιστρατεύσει συνολικά 2.560.000 στρατιώτες, οργανώνοντας 9 στρατιές (4 αρχικά και άλλες 5 αργότερα) με 26 σώματα στρατού που παρέτασσαν συνολικά 61 μεραρχίες. Η δύναμη ήταν μεγάλη για τα μέτρα της Ανατολής και σημαντική για τα μέτρα των στρατών των μεγάλων δυνάμεων της Δύσης.
Τον Οκτώβριο 1918, κατά τις ημέρες της ανακωχής, ο οθωμανικός στρατός έχοντας υποστεί συνολικές απώλειες 1.750.000 ανδρών (325.000 νεκροί, 400.000 τραυματίες και 1.025.000 αιχμάλωτοι, ασθενείς και αγνοούμενοι) διέθετε μόνο 27 μεραρχίες. Το ανθρώπινο δυναμικό του, είχε καταπέσει στις 600.000 περίπου άνδρες, το ηθικό των οποίων βρισκόταν στο ναδίρ.
Η ανακωχή του Μούδρου (30 Οκτωβρίου 1918 δ.ημ.), επέβαλε την άμεση αποστράτευση και τη συγκέντρωση του οπλισμού σε αποθήκες, τις οποίες θα αναλάμβαναν να φυλάξουν συμμαχικά αποσπάσματα, τα οποία κατέφθασαν και εγκαταστάθηκαν σε ορισμένες πόλεις (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Προύσα, Ικόνιο).
Μετά από συμφωνία της οθωμανικής κυβερνήσεως και της βρετανικής, που είχε έναν κυρίαρχο λόγο στα ζητήματα της Ανατολής (Σακελλαρόπουλος 2009), επιτράπηκε η διατήρηση σημαντικού αριθμού χωροφυλάκων και τακτικού στρατού 20 μεν μεραρχιών, αλλά δύναμης μόνο 2.020 ανδρών (τρία συντάγματα πεζικού των τριών ταγμάτων, μια μοίρα πυροβολικού των δύο πυροβολαρχιών), με οπλισμό 12 πολυβόλων και 8 πυροβόλων πεδινών ή ορειβατικών.
Η αποστράτευση συντελέστηκε απρόσκοπτα στην Ανατολική Θράκη (τα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας) αλλά εξελισσόταν πολύ αργά στην Ασία. Ομοίως και η συγκέντρωση του οπλισμού δεν πραγματοποιήθηκε με την απαιτούμενη τάξη γιατί οι σύμμαχοι διέθεσαν ελάχιστες δυνάμεις, οι οποίες επόπτευσαν πλημμελώς την επιχείρηση και σύντομα αποχώρησαν, αφήνοντας τις αποθήκες συγκέντρωσης του οπλισμού, απλώς κλειδωμένες.
Υπό αυτές τις συνθήκες, τον Μάιο 1919 που οι Ιταλοί αποβιβάστηκαν στην Αττάλεια και την Εφεσο και οι Ελληνες στη Σμύρνη, ούτε αυτή ούτε ο αφοπλισμός του οθωμανικού Στρατού είχαν ακόμα ολοκληρωθεί. Εκείνες τις ημέρες του Μαΐου, ο πρώην νικητής των Δαρδανελίων, μαχητής της Παλαιστίνης και διοικητής στρατιάς στη Μεσοποταμία, ο ικανός στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ, έφτασε στην Ανατολία ως γενικός επιθεωρητής των εκεί στρατευμάτων, με εντολή της σουλτανικής κυβέρνησης να ολοκληρώσει την αποστράτευση. Ο Κεμάλ, μόλις αποβιβάστηκε στη Μικρά Ασία (Σαμψούντα, 6 Μαίου 1919) και ήρθε σε συνεννόηση με άλλους αξιωματικούς φίλους του (γνωστούς του από την στρατιωτική ομάδα στην οποία συμμετείχε), έπραξε ακριβώς το αντίθετο! Ακύρωσε την αποστράτευση και διέταξε νέα επιστράτευση με σκοπό την προστασία των τουρκικών χωρών (Ιούνιος 1919), αναλαμβάνοντας τον αγώνα της ανεξαρτησίας (όπως αποκλήθηκε τότε από τους ίδιους και αναφέρεται σήμερα στη βιβλιογραφία, Σολταρίδης 1995).
Ο στρατός που κατάφεραν και σχημάτισαν και ο οποίος πολέμησε εναντίον των Ελλήνων στη Μικρά Ασία ήταν η αφρόκρεμα του παλαιού-γνωστού οθωμανικού στρατού (η πιο δυναμική μερίδα των αξιωματικών του) με ένα μέρος των οπλιτών του, εφοδιασμένων πλέον με άλλον εξοπλισμό. To σώμα των Τούρκων αξιωματικών στελεχωνόταν από άνδρες που είχαν εισαχθεί και εκπαιδευτεί σε κάποια από τις πολλές Σχολές αξιωματικών που διέθετε η οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Σχολές αυτές είχαν δημιουργηθεί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα (19ου), ως βασικός μοχλός μετατροπής του στρατού από μεσαιωνικό σε σύγχρονο ευρωπαϊκό και από αυτές, ως το 1920, είχαν αποφοιτήσει μερικές χιλιάδες αξιωματικών (οι λεγόμενοι “μεκτεπλήδες” σε αντίθεση με τους “αλαηλήδες” που προέρχονταν από το στράτευμα), ικανοποιητικά μορφωμένων, οι οποίοι είχαν αναπτυγμένο πατριωτικό αίσθημα, κύρος και επιρροή στην κοινωνία και προπάντων συνείδηση ιδιαίτερου σώματος (ίσως και τάξης σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς) με διακριτά χαρακτηριστικά και προπάντων, επαγγελματικά συμφέροντα (Παπαδημητρίου 2022). Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά αυτά, αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, μία έντονη αίσθηση υπεροχής έναντι άλλων κρατικών ή κοινωνικών θεσμών (βουλής και κυβέρνησης, ιερατείου, δικαστών, επαγγελματικών συντεχνιών) που ήταν σε μεγάλο βαθμό μη εκσυγχρονισμένοι. Το σώμα των αξιωματικών αποτέλεσε το πιο οργανωμένο και συνεκτικό τμήμα της εθνικής αστικής τουρκικής τάξης, η οποία αναπτυσσόταν εκείνη την εποχή (19ο αιώνα) αλλά με αργούς ρυθμούς.
Η πιο χαρακτηριστική μορφή του σώματος των αξιωματικών, ο Μουσταφά Κεμάλ, ήταν απόφοιτος της κατώτερης Στρατιωτικής Σχολής Θεσσαλονίκης (1895), της ανώτερης Σχολής Μοναστηρίου (1899), της Στρατιωτικής Ακαδημίας Κωνσταντινούπολης (1902) και της Σχολής Γενικών Επιτελών (1905). Ομοίως, ο αρχιστράτηγος του οθωμανικού και μετέπειτα αρχιστράτηγος και του κεμαλικού στρατού, Φεβζή (ή Τσακμάκ), είχε αποφοιτήσει από την ανώτατη Σχολή πολέμου το 1898, ο Ισμέτ (ή Ινονού, διοικητής του δυτικού Μετώπου 1920-1922) είχε αποφοιτήσει το 1903 από την αυτοκρατορική Σχολή μηχανικών και το 1906 από τη Σχολή Επιτελών, ο Αλή Ιχσάν (ή Σάμπις, διοικητής της 1ης κεμαλικής στρατιάς 1921-1922) είχε αποφοιτήσει το 1905 από την Ακαδημία πολέμου και ο Γιακούμπ Σεβκή (ή Σουμπασί, διοικητής της 2ης κεμαλικής Στρατιάς το 1922), είχε αποφοιτήσει το 1900 από την Ακαδημία πολέμου.
Ο κεμαλικός στρατός λοιπόν, από τη δημιουργία του, το Καλοκαίρι του 1919, στελεχώθηκε από δραστήριους αξιωματικούς-εκφραστές του τουρκικού πολεμικού ιδεώδους (Αλή Φουάτ Τσεμπεσόϋ, Κιαζήμ Καραμπεκήρ, Τσεβάτ Κομπανλί, Ισμέτ, Ρεφέτ Μπέλε, Φαχρεντίν Αλτάϋ κ.α.) και πλαισιώθηκε με στρατεύσιμους του οθωμανικού Στρατού της κεντρικής και ανατολικής Μικράς Ασίας. Τον αρχικό πυρήνα τακτικών δυνάμεων, αποτέλεσαν οι 6 μεραρχίες που ανήκαν στην παλαιά 4η Στρατιά του Καυκάσου, οι οποίες, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, δεν διαλύονταν προκειμένου να μπορούν να αντιταχθούν στο ενδεχόμενο σοβιετικής εισβολής.
Μετά τη σταθεροποίηση του κινήματος στην ανατολική Μικρά Ασία, ο Κεμάλ εγκατέστησε το αρχηγείο του, στην ευρισκόμενη σε εξαιρετική στρατηγική τοποθεσία Αγκυρα, πόλης επί του μικρασιατικού οροπεδίου, προφυλαγμένης από Βορρά από τα όρη του Πόντου, δυτικά από τον ποταμό Σαγγάριο, ανατολικά από τον ποταμό Αλυ και νότια από την Αλμυρά έρημο. Η πόλη αυτή είχε ιδιαίτερη στρατηγική αξία, καθότι αποτελούσε τον τελευταίο σταθμό της σιδηροδρομικής γραμμής προς την Ευρώπη (η σύνδεση γινόταν με το Εσκή Σεχήρ από όπου η γραμμή διακλαδιζόταν αφενός προς την Κωνσταντινούπολη και αφετέρου προς την Σμύρνη) και ήταν η έδρα του 20ού ΣΣ (δύναμης 2 μεραρχιών), το οποίο ομοίως διατηρείτο υπό τη διοίκηση του εθνικιστή Αλή Φουάτ Τσεμπεσόϋ. Η Αγκυρα έγινε έτσι το κέντρο της δραστήριας κεμαλικής δραστηριότητας.
Στις αρχικές δυνάμεις προστέθηκαν σύντομα το 12ο ΣΣ με έδρα το Ικόνιο και το 13ο ΣΣ που είχε έδρα στην πόλη Ντιαρμπακήρ επί των κουρδικών ορέων. Ομάδες ατάκτων συγκροτήθηκαν εξ αρχής και ανέπτυξαν δράση την ίδια εποχή και στην ζώνη που κατείχαν οι Ελληνες (Σμύρνη, Αϊδίνιο, Αδραμμύτιο) καλύπτοντας έτσι την επιστράτευση τακτικών μονάδων που είχε διατάξει το νέο καθεστώς.
Με την ολοκλήρωση του 1919, ο κεμαλικός στρατός διέθετε τις οργανωτικές βάσεις έξη ΣΣ που διέθεταν τους πυρήνες 16 μεραρχιών πεζικού. Το ανθρώπινο δυναμικό από το οποίο μπορούσαν να έχουν στρατεύσιμους, με τη θέλησή τους ή όχι, υπολογίζεται σε 8-10.000.000 μουσουλμάνους (όχι μόνο Τούρκους αλλά και Κούρδους, Τσερκέζους, Ζεϊμπέκους, Κιρκάσιους κα.), κατοίκους στην επικράτεια εκτός της Συνθήκης των Σεβρών.
Η δύναμη του τουρκικού εθνικιστικού Στρατού, εκκινώντας από τους 55.000 το 1919, ανέβηκε στους 130.000 την Άνοιξη του 1921 για να φτάσει στις 208.000 το Καλοκαίρι του 1922 (οι 8.659 αξιωματικοί).
Επισκοπώντας την τουρκική δραστηριότητα από σκοπιάς Διοικητικής επιστήμης, επισημαίνουμε πως βρισκόταν σε πλήρως ορθολογική κατεύθυνση. Εχοντας σαφή υψηλή πολιτική (διατήρηση βασικών εδαφών Αυτοκρατορίας-σωτηρία τουρκικού έθνους), η στρατιωτική Ηγεσία σχεδίασε και εφάρμοσε ανάλογη στρατηγική (αντιμετώπιση εχθρών έναν προς έναν και παραχώρηση χώρου μέχρι της απόκτησης απαραίτητης ισχύος), οργάνωσε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της στρατηγικής μικρές μονάδες που μπορούσαν να κινηθούν εύκολα καθώς και ισχυρό ιππικό, οι πολλοί αξιωματικοί διοικούσαν με επαγγελματισμό κατά τις επιχειρήσεις, ενώ ο ‘Ελεγχος εξασφαλιζόταν με τη λειτουργία των “Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας” που δεν χαρίζονταν σε κανέναν…
Ε. ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑ- ΝΟΕΜΒΡΙΑΝΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ, Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ
Με την ολοκλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Καλοκαιριού 1921 (μάχες Δορυλαίου και Σαγγαρίου), ο Παπούλας υπέβαλε στην κυβέρνηση αναλυτικό υπόμνημα των γεγονότων και των πεπραγμένων της διοίκησής του, στο οποίο εκτιμούσε πως η ισχύς της Στρατιάς είχε κορεσθεί και ότι αυτή δεν μπορούσε πλέον να αναλάβει σημαντικές επιχειρήσεις. Ουσιαστικά δηλαδή, δήλωνε πως αποδεχόταν την ήττα στο ηθικό πεδίο, αυτήν που ο στρατάρχης Φος θεωρούσε πως ήταν υποχρέωση των στρατηγών να μην αποδέχονται ποτέ!
Η γενική κατάσταση στη Στρατιά δεν ήταν καθόλου καλή, καθότι μεταξύ των άλλων, είχε γίνει γνωστή η ληφθείσα την ίδια περίοδο Απόφαση του Υπουργού Στρατιωτικών για ευνοιοκρατικού χαρακτήρα προαγωγές και επιβραβεύσεις αξιωματικών του εσωτερικού με ταυτόχρονη παράλειψη των αξιωματικών-πολεμιστών του μετώπου.
Μετά από τέτοια εισήγηση πάντως, η Κυβέρνηση Γούναρη όφειλε να αντικαταστήσει αμέσως τον αρχιστράτηγο που δεν πίστευε στη νίκη των δυνάμεών του. Δεν το έπραξε και χρεώθηκε με ένα βαρύτατο σφάλμα, τόσο κατά την αντιμετώπιση των κρατικών θεμάτων (κυρίως) όσο και κατά τη διαχείριση των ιδίων της συμφερόντων. Ο Πρωθυπουργός ως επικεφαλής της κυβέρνησης δεχόταν να έχει σε υπεύθυνη θέση, έναν συνεργάτη που του δήλωνε ότι δεν μπορούσε να παίξει με επιτυχία τον ρόλο που είχε αναλάβει…
Η αναφορά Παπούλα όμως, επιβαλλόταν να οδηγήσει όλη την κυβέρνηση σε μία κατάσταση συνολικού αναστοχασμού, όπως θα λέγαμε σήμερα, αξιολόγησης και επανεκτίμησης δηλαδή του συνόλου της πορείας της ακολουθούμενης πολιτικής. Δεν φαίνεται να έγινε με σοβαρό τρόπο, δηλαδή με συστηματική συζήτηση υπουργών και εμπειρογνωμόνων, στη βάση ειδικών εισηγήσεων (στρατιωτικών, διπλωματών, οικονομολόγων κλπ.), κάτι τέτοιο (Παπαδημητρίου 2022). Ατυχώς για τα ελληνικά συμφέροντα, η τότε κυβέρνηση των συντηρητικών-κωνσταντινικών αντί να ασχοληθεί σοβαρά και εμπεριστατωμένα με το φλέγον θέμα που πλέον έμπαινε σε δυσμενή τροχιά, προτίμησε να το διαχειρίζεται ως κρατικό πρόβλημα και όχι ως εθνικό, μείζονος, ιστορικής σημασίας ζήτημα (Ριζάς 2022). Με αυτήν τη λογική, του κρατικού προβλήματος, το εξέταζε μέσα στο πλαίσιο του υπουργικού συμβουλίου και το χειρότερο, μέσα στο πλαίσιο των ανταγωνισμών, των μικροτήτων και των υστεροβουλιών ενός συντηρητικού συμβουλίου, προσκολλημένου σε έναν αυταρχικό μονάρχη που διαπνεόταν από καθεστωτική αντίληψη.
Οι κρίσιμες αποφάσεις που δεν λήφθηκαν (“non decision”) από την υπεύθυνη ελληνική κυβέρνηση τον Οκτώβριο 1921, με τις οποίες μπορούσαν να δρομολογηθούν εγκαίρως στρατηγικές (είτε στην κατεύθυνση νέας πανεθνικής προσπάθειας είτε στην κατεύθυνση αποχώρησης με εγγυήσεις) για την επόμενη χρονιά, διαμόρφωσαν το σκηνικό των δραματικών εξελίξεων του 1922 (Παπαδημητρίου 2022)… Ένα πρόβλημα εσωτερικής φύσεως μπορεί κάποτε να επιλυθεί δια της αδρανείας (περνάει καιρός και ατονεί ή ξεχνιέται), ποτέ όμως δεν γίνεται αυτό με ένα πρόβλημα κρατικών σχέσεων, όπου πάντα υπάρχουν ανταγωνιστές και ενδιαφερόμενοι με πιεστικά συμφέροντα. Η συντηρητική-βασιλική ελληνική κυβέρνηση του 1921, δεν κατάφερε να αρθεί στο ύψος των ζητημάτων που αντιμετώπιζε…
Στο στρατιωτικό πεδίο πάντως, μετά την αποδοχή της εκτίμησης Παπούλα, ολόκληρος ο ελληνικός στρατιωτικός βραχίονας περιέπεσε σε αδράνεια (ΔΙΣ/ΓΕΣ 1967). Παντού, οι στρατιωτικοί φρόντιζαν για την όσο το δυνατόν καλύτερη διαβίωσή τους κατά τους δύσκολους χειμερινούς μήνες είτε βρίσκονταν στις προφυλακές είτε βρίσκονταν στις μεγάλες ιωνικές πόλεις, με τα πολύβουα παζάρια και την έντονη διασκέδαση. Η παρατεινόμενη διάρκεια της στράτευσης, παρά τις κυβερνητικές υποσχέσεις και η απουσία εμφανούς προοπτικής, δημιουργούσαν κλίμα έντονης δυσφορίας και προβληματισμού. Στις κύριες παραμέτρους συνοχής ενός στρατεύματος, στο ηθικό και στην πειθαρχία, η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη.
Ως προς το ηθικό, η πτώση του ήταν εμφανής και λόγω των απωλειών του προηγούμενου έτους και λόγω διαπίστωσης του αδιεξόδου και λόγω της απουσίας βασικών εφοδίων και λόγω της απομάκρυνσης από τους αρχικούς, εθνικούς σκοπούς του πολέμου. Ιδίως, η διαβίωση των πολεμιστών της γραμμής των πρόσω, μεταξύ εχθρικών στην πλειοψηφία τους πληθυσμών και όχι ανάμεσα σε ομογενείς, βάρυνε πολύ στην εκ μέρους τους αρνητική πρόσληψη του χαρακτήρα του πολέμου.
Ως προς την πειθαρχία, η κατάσταση ήταν παρόμοια. Η παθητική στάση, οι ατέλειωτες ώρες σχόλης στους στρατώνες ή στα ορύγματα, η απουσία στόχου και προοπτικής, ενώ ταυτόχρονα, στις ιδιαίτερες πατρίδες των στρατιωτών, ιδίως των αγροτών που ήταν και οι περισσότεροι, οι οικονομικές πιέσεις αυξάνονταν, σύντομα ξεπέρασαν τα όρια ανοχής και οδήγησαν σε εκδηλώσεις απειθαρχίας ακόμα και σε στάσεις.
Πέραν των προηγούμενων αρνητικών επιδόσεων στις κύριες παραμέτρους, διαλυτική επίδραση ασκούσαν δύο επιπλέον προβλήματα, τα οποία αντί να επιλυθούν κατά το δεκάμηνο Οκτωβρίου 1921-Αυγούστου 1922, επιδεινώθηκαν, με καθοριστική συνέπεια επί των υλικών και ηθικών δυνάμεων των μαχητών.
Πρώτο ήταν το οικονομικό. Αναγκασμένο να πληρώνει μετρητοίς για τα πάντα όσα προμηθευόταν, το ελληνικό Κράτος του 1921-22 πολύ γρήγορα εξάντλησε τις περιορισμένες οικονομικές του δυνατότητες, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των παντός είδους εφοδίων που είχε ανάγκη η μαχόμενη Στρατιά. Οι μισθοί των αξιωματικών καθυστερούσαν πολύ, η ποιότητα του φαγητού χειροτέρεψε, ρούχα και αρβύλες δεν υπήρχαν κλπ. (Ριζάς 2022). Η κατάσταση βελτιώθηκε μόνο προσωρινά το Καλοκαίρι 1922, έπειτα από το σκληρό αλλά έξυπνο μέτρο του Υπουργού Οικονομικών, ωστόσο οι πιστώσεις που εξασφαλίστηκαν έφταναν μέχρι τον Οκτώβριο, με συνέπεια, η αγωνία να είναι παρούσα.
Δεύτερο και βασικότερο πρόβλημα ήταν το διοικητικό. Από την πολιτική μεταβολή του Νοεμβρίου 1920, τη Στρατιά διοικούσε μια πλειάδα αξιωματικών που αφενός δεν είχαν εμπειρία του Α’ΠΠ και των εξελίξεων που αυτός επέφερε είτε στο πεδίο της τακτικής (συνεπώς υστερούσαν επιχειρησιακά) είτε στο πεδίο της στρατηγικής σχεδίασης (συνεπώς υστερούσαν επιτελικά) και αφετέρου, είχαν την ευθύνη μεγαλύτερων μονάδων από αυτές που γνώριζαν (συνεπώς υστερούσαν διοικητικά). Ο αντιστράτηγος Παπούλας, όσο ευσυνείδητος και αν ήταν, δεν μπορούσε να καλύψει τα γνωστικά κενά του (Παπαδημητρίου 2022). Αποχώρησε όταν, με τις πρωτοβουλίες του έγινε δυσάρεστος στους πολιτικούς προϊσταμένους του, υπό το πρόσχημα της συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης (Μάϊος 1922). Ομοίως αποχώρησαν και οι σωματάρχες Κοντούλης και Πολυμενάκος, ενώ ο πρίγκιπας Ανδρέας, ύστερα από τις γκάφες του, είχε αποτραβηχτεί από τη διοίκηση του Β’ΣΣ.
Στο κρισιμότατο ζήτημα της επιλογής νέου ανώτατου διοικητή, η Κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη έκανε τη χειρότερη επιλογή που μπορούσε να κάνει, με τα αίτια αυτής της απόφασης, να παραμένουν ακόμα ανεξήγητα. Η επιλογή του Χατζανέστη, χαρακτηριστικό δείγμα ευνοιοκρατίας και στενότητας οριζόντων, με τα μέτρα εκείνης της εποχής κρινόμενη ήταν σαφώς απαράδεκτη, καθόσον με αυτήν παραβιαζόταν κάθε κανόνας ορθολογισμού, αξιοκρατίας και αναγκαιότητας (Παπαδημητρίου 2022). Ένας αξιωματικός που είχε αποτύχει να διοικήσει μία μεραρχία με 13.500 άνδρες σε καιρό ειρήνης, χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο στα προσόντα του αναλάμβανε να διοικήσει μια στρατιά (με το ισοδύναμο 15 μεραρχιών) με 200.000 άνδρες σε καιρό πολέμου, εναντίον ενός εμπειροπόλεμου εχθρού, σε περιοχή που δεν γνώριζε!
Ο νέος αρχιστράτηγος, με την ανάληψη των καθηκόντων του (21 Μαΐου 1922), διενήργησε εκτεταμένη επιθεώρηση του μετώπου (από 27 Μαΐου έως 10 Ιουνίου) και διέγνωσε τις προφανείς αδυναμίες του (!). Ωστόσο, παρά την ανησυχία που εξέφραζε (“πώς μπορείτε να κοιμάσθε ήσυχοι” ρωτούσε τους επιτελείς του) δεν έλαβε κανένα σοβαρό μέτρο άμεσης αντιμετώπισης της κατάστασης.
Πέρα από τα προβλήματα στον επιτελικό σχεδιασμό, η κατάσταση ήταν χειρότερη στον τρόπο της διοίκησης, ο οποίος ήταν πολύ συγκεντρωτικός (ΔΙΣ/ΓΕΣ 1967). Και ο νέος αρχηγός της αλλά και ο προκάτοχός του, είχαν κρατήσει όλες τις αποφάσεις (ακόμα και για τις μετακινήσεις συνταγμάτων) στην εξουσία τους, χωρίς αυτό να ταιριάζει στη φύση των επιχειρήσεων που διεξάγονταν, με τα εκτεταμένα μέτωπα, τις κακές και αργές επικοινωνίες που συχνά διακόπτονταν από τη συνεχή δράση ανταρτών και του πολυάριθμου εχθρικού ιππικού, τον ιδιαίτερα ευέλικτο αντίπαλο κλπ. Ο Χατζανέστης, προσωπικότητα με εμμονές και απ΄ ότι μπορούμε να πούμε σήμερα, άνθρωπος χωρίς ενσυναίσθηση, δεν ήταν δυνατόν να εμπιστευθεί άλλους. ‘Ετσι, ενίσχυσε περαιτέρω τον συγκεντρωτισμό, διαπράττοντας το σφάλμα της κατάργησης των τακτικών Συγκροτημάτων (Βόρειο και Νότιο) και το χειρότερο, επιλέγοντας να διοικεί από τη Σμύρνη τρεις αυτοτελείς σχηματισμούς (τα τρία Σώματα Στρατού) που βρίσκονταν στο μέτωπο, σε απόσταση 420 περίπου χλμ., χωρίς να τους εκχωρήσει δυνατότητα δικής τους πρωτοβουλίας.
Οι παντελώς λανθασμένες επιλογές ηγετών, ο συγκεντρωτισμός, η συνακόλουθη ευθυνοφοβία, η εξακολούθηση της αναξιοκρατίας στις προαγωγές, με σαφή μάλιστα προτίμηση των απόλεμων αξιωματικών του εσωτερικού από τους μάχιμους (!), με την ηγεσία αφοσιωμένη στην εξεύρεση πολιτικής λύσης και τους διοικητές να αδρανούν, όπως ήταν επόμενο, όλα τα προηγούμενα συνδυαζόμενα, χαλάρωσαν πολύ την πειθαρχία στη Στρατιά (Ριζάς 2022). Οι αδειούχοι που δεν επέστρεφαν στις θέσεις τους πολλαπλασιάστηκαν (255 ήταν αξιωματικοί !), οι λιποταξίες γίνονταν πλέον ομαδικά, οι ανυπότακτοι έφταναν τις χιλιάδες, σίγουρα όχι τις 80-90 (!) που μερικοί υπερβολικοί αναφέρουν αλλά πιθανότατα τις 10-20 χιλιάδες που σημειώνουν άλλοι. Επιπλέον, η διαφθορά στις υπηρεσίες συνιστούσε κυρίαρχο στοιχείο. Προς τιμήν του ο Χατζανέστης, μέσα στη γενική αυστηρότητα που τον διέκρινε, πήρε κάποια μέτρα περιστολής των ακραίων καταστάσεων, όπως την κατάργηση των ποικίλων (χαριστικών) αποσπάσεων σε μονάδες εσωτερικού ή την καταβολή των οφειλόμενων επί τρίμηνο μισθών. Βεβαίως αυτά ήταν θετικά, ωστόσο είχαν ασήμαντη επιρροή επί του γενικότερου αρνητικού κλίματος. Όπως διδάσκει η διοικητική επιστήμη (Παπαδημητρίου 2021), τα “στρατηγικά ζητήματα”, δηλαδή τα μείζονα, τα πολύ σημαντικά, αυτά που η επιρροή τους είναι κρίσιμη, είναι εκείνα που καθορίζουν την πορεία μιας επιχείρησης και όχι τα δευτερεύοντα, τα τριτεύοντα ή τα περιφερειακά.
Και ως προς αυτά, τα μείζονα ζητήματα, το σημαντικότερο ήταν πως η απόμακρη στάση και η ψυχρότητα του (αμφισβητούμενου για τις στρατιωτικές ικανότητές του) αρχιστρατήγου, διέρρηξε την ψυχική σχέση με τους υφισταμένους του (και τη γενικότερη εμπιστοσύνη στην ηγεσία την οποία εκπροσωπούσε), οι οποίοι πλέον προσανατολίζονταν σε ατομικές λύσεις, αφού η επίσημη-θεσμική που αυτός εξέφραζε, δεν ενέπνεε παρά μόνο πικρόχολη διάθεση. Η εμπιστοσύνη των στρατιωτικών προς την Ηγεσία τους αποτελεί μία από τις μείζονες σχέσεις που διατηρούν ψηλά τις ηθικές δυνάμεις ενός στρατού (η εμπιστοσύνη στο κράτος, η εμπιστοσύνη στην ποιότητα των όπλων και η πειθαρχία συνθέτουν τις υπόλοιπες) και η εξαφάνιση της από τους μαχητές της ελληνικής Στρατιάς συνιστούσε βαρύτατο πλήγμα γι’ αυτήν (Παπαδημητρίου 2022). Οι συνέπειες του πλήγματος αυτού, που σημειωτέον κατάφεραν οι ίδιοι οι Έλληνες στον εαυτό τους, φάνηκαν πολύ γρήγορα στην (περιορισμένη) ένταση της καταβαλλόμενης προσπάθειας (Λουμιώτης 2022).
Η αλυσίδα που οδήγησε στην καταστροφή ξεκίνησε συνεπώς πρώτα από αυτήν, την εγκληματικά εσφαλμένη επιλογή. Η ελληνική πολιτική ηγεσία (βασιλική κυβέρνηση και βασιλιάς-κομματάρχης της), μόνη της χωρίς συμμάχους, αντιμετωπίζοντας μια εξαιρετικά περίπλοκη-δυσμενή κατάσταση, έχοντας τρομερούς κινδύνους να επικρέμονται στο κεφάλι της, αντί να ανακαλύψει τον αξιότερο στρατιωτικό που διέθετε (ανεξαρτήτως πολιτικής του ένταξης) και να του εμπιστευτεί το μόνο αξιόπιστο όπλο/διπλωματικό επιχείρημα που είχε στα χέρια της, δηλαδή την εμπειροπόλεμη Στρατιά Μικράς Ασίας, το παραχωρούσε ανενδοίαστα σε έναν απόλεμο, εγνωσμένης προβληματικότητας αξιωματικό, περισσότερο αυλικό παρά πολεμιστή, που θα έπρεπε να αναμετρηθεί με τους ικανούς μπαρουτοκαπνισμένους στα πεδία του Α’ ΠΠ αντιπάλους του…
Με τα παραπάνω δεδομένα, δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι στρατηγική άξια λόγου της ελληνικής Ηγεσίας, τον Αύγουστο του 1922, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε (Παπαδημητρίου 2022). Το μόνο που ενδιέφερε ήταν η εξασφάλιση των κατακτημένων και κατεχομένων εδαφών με τις σημαντικές πόλεις, ώστε να έχει κάποιο, διπλωματικό πλεονέκτημα η ελληνική μεριά στις διαπραγματεύσεις που έμελλε να ξεκινήσουν (Ριζάς 2022)…
Οταν σε όλα τα προηγούμενα, προσθέσουμε την ανεπαρκή αμυντική οργάνωση και την απουσία σοβαρής αμυντικής στρατηγικής, δεν πρέπει να θεωρείται περίεργο το ότι το ελληνικό μέτωπο στην εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ κατέρρευσε 30 ώρες μετά την βίαιη προσβολή του από συντριπτικά υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις (12 μεραρχίες πεζικού και 3 ιππικού έναντι 3 ελληνικών μεραρχιών πεζικού), τις οποίες συγκέντρωσε με επιτυχία η τουρκική ηγεσία, επιτυγχάνοντας τακτικό αιφνιδιασμό (Λουμιώτης 2022).
Το ότι η τακτική ήττα στο Αφιόν μετατράπηκε σε πανωλεθρία οφείλεται καταρχήν στις εντελώς λανθασμένες επιλογές του αρχιστρατήγου που από τη Σμύρνη, διέταξε τους υποχωρούντες να φύγουν προς τα δυτικά και βήμα προς βήμα εκθέτοντας έτσι το πλευρό τους (νότιο) στον προελαύνοντα εχθρό (που είχε επιτεθεί από νότια…). Επιπροσθέτως όμως οφείλεται και στις λανθασμένες επιλογές και την αργοπορία του τοπικού Έλληνα διοικητή, του αντιστρατήγου Νικολάου Τρικούπη που αφενός συμφώνησε με τον Χατζανέστη στην οδό σύμπτυξης (αντί προς Βορρά που βρισκόταν το ανέπαφο Γ΄ΣΣ δυτικά προς τη Σμύρνη) και αφετέρου, δεν κατάφερε να συντονίσει τις μονάδες του και όταν η κατάσταση πίεζε, δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα παρά φέρθηκε ως στρατιωτικός γραφειοκράτης και όχι ως πολέμαρχος (ΔΙΣ/ΓΕΣ 1967).
Η απουσία αυστηρού Ελέγχου, μέσω των Στρατοδικείων (είχαν περιοριστεί πολύ από τον Νοέμβριο 1920), έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στη συνοχή της ελληνικής Στρατιάς, μονάδες της οποίας, όχι μόνο έφευγαν διαλυμένες αλλά προέβησαν σε επαίσχυντες πράξεις κατά των αμάχων που συναντούσαν, κλέβοντας, λεηλατώντας και καίγοντας χωριά και πόλεις (Παπαδημητρίου 2022). Και για να αντιμετωπίσει αυτήν την κατάσταση ο Χατζανέστης, ναι μεν διέταξε τους αξιωματικούς να φονεύουν κάθε φυγάδα αλλά δεν φρόντισε να στείλει ούτε ένα στρατιώτη ούτε ένα φυσίγγιο ούτε ένα καρβέλι ψωμί, για να στηρίξει τους συμπτυσσόμενους (Αγτσίδης 2015)…
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Εκτιμώντας τις αποφάσεις και τα γεγονότα από σκοπιάς διοικητικής ανάλυσης, θεωρώ πως σήμερα είναι ξεκάθαρα τα εξής:
Επί Κυβερνήσεων Βενιζέλου, το ελληνικό Κράτος, με τις Αξίες, τη Στρατηγική, τις Οργανώσεις και τον ‘Ελεγχο που ασκούσε, μπορούσε μια χαρά να επικρατήσει και να πετύχει τις μακροπρόθεσμες επιδιώξεις του, κάτι ευκταίο γιατί πέραν της διάσωσης των ομογενών και των άλλων χριστιανών, θα επιλύονταν πολλά προβλήματα ισχύος στην Ανατολή.
Επί Κυβερνήσεων της συντηρητικής-κωνσταντινικής παράταξης, ξέπεσε το ηθικό στοιχείο και απομειώθηκαν όλα τα άλλα (απουσίασε η Στρατηγική, χάθηκε η συνοχή της Οργάνωσης, εξέλειπε ο ‘Ελεγχος), με συνέπεια τη συντριπτική ήττα στο πεδίο της μάχης και την Καταστροφή στρατού και πληθυσμών, λόγω του καταλυτικού χαρακτήρα που έχουν τα στρατιωτικά γεγονότα…
Εξετάζοντας τα διαδραματισθέντα στο ευρύτερο του στρατιωτικού-διοικητικού, στο πολιτικό επίπεδο και με όρους πολιτικής ανάλυσης, αξιοποιώντας σε αυτήν τις προηγούμενες διαπιστώσεις μας, μπορούμε να καταλήξουμε με αρκετή ασφάλεια (όση επιτρέπεται στις Κοινωνικές επιστήμες…) στα εξής συμπεράσματα:
Στο αξιακό/ιδεολογικό/ηθικό πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας, με τον κίνδυνο αφανισμού να επικρέμεται επί των ομογενών της Ανατολής (Ιωνίας, Πόντου, Καπαδοκίας, Πισιδίας κ.α.) πολύ ορθά η Κυβέρνηση Βενιζέλου, έθεσε ως στρατηγικό σκοπό της την επέκταση στην Ιωνία και τη διάσωση των ομογενών, μέσω της επέκτασης του ελληνικού Κράτους.
Ο πόλεμος με τους Τούρκους εθνικιστές, μπορούσε να κερδηθεί εύκολα το 1919 και το 1920, μόνο με τις ελληνικές δυνάμεις. Με τη διεθνή συνεργασία και την υλική στήριξη των συμμάχων (που με τη στρατηγική τους εξασφάλιζαν οι Κυβερνήσεις Βενιζέλου), μπορούσε να κερδηθεί κατά τα επόμενα χρόνια. Ακόμα όμως και το 1921, χωρίς τη στήριξη των συμμάχων, οι συσχετισμοί ήταν τέτοιοι που μπορούσε να κερδηθεί με σημαντική συνολική προσπάθεια, ενώ το 1922 μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή και η αρχική ήττα, να μετατραπεί σε αιματηρή ισοπαλία.
Με την επιλογή της, μεταξύ του εθνικού στρατηγικού σκοπού και ενός περιορισμένου στόχου μικρής εμβέλειας (διατήρηση ενός συγκεκριμένου προσώπου στον θρόνο), η συντηρητική παράταξη, απομακρύνθηκε από το βασικό της στήριγμα (τη διεθνή υποστήριξη των συμμάχων) και ανέλαβε μόνη της έναν αγώνα, στις υψηλές απαιτήσεις του οποίου δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Και ναι μεν, μετά την πρόσφατη αναψηλάφηση της δίκης, οι (εκτελεσθέντες…) έξι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται πια με το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας (Κουράκης 2022), ωστόσο η επιδειχθείσα τότε πολιτική τους ανεπάρκεια, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να βαραίνει τις τύχες του ελληνικού Κράτους…
Ενδεικτική βιβλιογραφία
-Αγτσίδης Βλ. (2015): “Μικρά Ασία”, Παπαδόπουλος, Αθήνα.
-Ακτσόγλου Ζ.(1998): “Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου”, Τροχαλία, Αθήνα.
-Chevalier J. (1993): “Διοικητική επιστήμη”, Παπαζήσης Αθήνα.
-Δεκλερής Μιχαήλ (1989): “Διοίκηση συστημάτων”, Α.Ν. Σάκκουλας Αθήνα..
-ΔΙΣ/ΓΕΣ (1967): “Επίτομος Ιστορία της Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922”, Αθήνα.
-Kουράκης Ν. (2022): “Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τη «Δίκη των Εξι» του 1922”, περ. Νομικό Βήμα, 70/2022, σελ.1492-1511, Αθήνα.
-ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τόμος ΙΕ (1982): Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.
-Μακρυδημήτρης Αντ. (2007): “Δημόσια Διοίκηση, στοιχεία διοικητικής οργάνωσης”, Σάκκουλας Αθήνα.
-Μαυρόπουλος Π. (2023): Ελληνοτουρκικός πόλεμος 1919-1922”, Ινφογνώμων Αθήνα.
-Παπαδημητρίου Κ. (2022): “Ο Μικρασιατικός (ελληνοτουρκικός) πόλεμος 1919-1923, από διοικητική-στρατιωτική σκοπιά”, Διόνικος Αθήνα.
–2021): “Στρατηγικός σχεδιασμός/προγραμματισμός και ελληνική Δημόσια Διοίκηση”, Διόνικος, Αθήνα.
-Ριζάς Σ. (2022): Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας”, Καστανιώτης, Αθήνα.
-Σακελλαρόπουλος Κ. (2009): “Η σκιά της Δύσεως”, Αετός, Αθήνα.
-Σολταρίδης Σ. (1995): “Ομιλίες του Κεμάλ Ατατούρκ”, Λιβάνης, Αθήνα.
-Χατζηαντωνίου Κ. (1994): “Μικρά Ασία”, Ιωλκός, Αθήνα.
-Χόρτον Τζ. (1992): Αναφορικά με την τουρκία”, Νέα Σύνορα-Α.Λιβάνης, Αθήνα.