Αντώνης Μακρυδημήτρης
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος
ως μεταρρυθμιστής της Δημόσιας Διοίκησης
Διάλεξη στο Ιδρυμα Ιστορίας Ελευθερίου Βενιζέλου και τη Λέσχη Φιλελευθέρων, 23.3.2026. Συντονισμός από τον Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη

Εισαγωγικά
Ευχαριστώ πολύ κύριε Πρόεδρε του Ιδρύματος Ιστορίας του Ελευθερίου Βενιζέλου και της αντίστοιχης εθνικής περιόδου, καθώς και τη Λέσχη Φιλελευθέρων και τον Πρόεδρό της κύριον Παύλο Λάσκαρι, αλλά και τον Γενικό Γραμματέα κύριον Μιχαήλ Κοθρή, για την άκρως τιμητική πρόσκληση και την υποδοχή σας.
Ευχαριστώ ιδιαιτέρως Υμάς κύριε Πρόεδρε του Ιδρύματος, αγαπητέ συνάδελφε και φίλε, καθηγητή Νέστορα Κουράκη και για τα ευγενικά, εισαγωγικά σας λόγια και την γενναιόδωρη προσφώνησή σας προς την ημετέρα ταπεινότητα. Ομολογώ πως, όταν δέχθηκα προ ημερών το προσκλητήριο τηλεφώνημά σας για τούτη την εκδήλωση, αρχικώς δίστασα. Ο λόγος δεν είχε να κάνει, φυσικά, με οιαδήποτε επιφύλαξη ως προς την αξία του Ελευθερίου Βενιζέλου, ούτε ως προς τον ρόλο και τη σημαία του Ιδρύματος, στο οποίο επαξίως προεδρεύετε. Πολύ απλά, βρίσκομαι σε άλλη φάση στη ζωή μου, τα περισσότερα, σχεδόν όλα τα ιστορικά μου βιβλία και οι μελέτες είναι αποθηκευμένα και όχι εύκολα προσβάσιμα, ενώ και τα ενδιαφέροντά μου έχουν κάπως μετατοπιστεί, περισσότερο προς τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Παρά ταύτα, η φιλόφρων επιμονή σας, καθώς και η εξαιρετική συμπάθεια και η βαθιά εκτίμηση που τρέφω προς το πρόσωπό σας, αλλά και τον θεσμό που τώρα εκπροσωπείτε, τελικώς με έκαμψαν. Και ιδού τώρα βρίσκομαι ενώπιόν σας, σχετικά όμως άοπλος και ανεφοδίαστος από πολύτιμα συγγράμματα και ειδικότερες μελέτες, των οποίων η συνδρομή είναι δυσχερής, όπως προανέφερα. Οπότε εν συνεχεία θα ομιλήσω με βάση περισσότερο τις αναμνήσεις και τις γενικότερες εκτιμήσεις μου, και λιγότερο με κάποιες πολύ εξειδικευμένες αναλύσεις.Ζητώ, ως εκ τούτου, εκ προοιμίου, την κατανόηση και την επιείκειά σας. Στο πέρας δε της ομιλίας μου θα αναφερθώ και σε κάτι πιο προσωπικό, που αποκαλύπτεται δημοσία για πρώτη φορά.
ΙΙ
Το γενικό πλαίσιο
Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην Herald Tribune το 1910 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως ανερχόμενος πολιτικός αστήρ την εποχή εκείνη, έγραψε πως η Ελλάδα αντιμετώπιζε τότε και δοκιμαζόταν από μια «κρίση αναγεννήσεως». Αυτή ήταν η φράση που χρησιμοποίησε. Ίσως δεν φανταζόταν ακόμη τότε και ο ίδιος ότι η κρίση αναγεννήσεως, για την οποία έκανε λόγο, θα οδηγούσε τελικά σε μια άλλη εποχή. Θα έφερνε τη χώρα όχι δίχως κόπους και οδύνες στην εποχή της νεωτερικότητας.
Πράγματι, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, δίχως υπερβολή θαρρώ, πως ο 20ός αιώνας στην Ελλάδα εγκαινιάστηκε ουσιαστικά με την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τον Βενιζέλο τον Οκτώβριο του 1910 και με την έναρξη μιας μεγάλης ανορθωτικής πορείας που αυτός ενέπνευσε και κατηύθυνε.
Είναι μάλλον γνωστό σε πολλούς, υποθέτω, το θεωρητικό σχήμα που ανέπτυξε ο Βρετανός ιστορικός Eric Hobsbawm, σχετικά με τον βραχύ όσο και αντιφατικό 20ό αιώνα στο ομώνυμο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1994. Κατά το ερμηνευτικό αυτό σχήμα, ο 20ός αιώνας ξεκίνησε ουσιαστικά στα 1914, οπότε με το ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου κατέρρευσε ο ‘παλαιός κόσμος’ για να προβάλει η νέα εποχή. Μια εποχή που έληξε με τη σειρά της 80 περίπου χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, που συμπαρέσυρε -στο συμβολικό τουλάχιστον επίπεδο- και το σύστημα του υπαρκτού σοσιαλισμού στην ανατολική Ευρώπη.
Εις τα καθ’ ημάς, δεν ξέρω αν ο 20ός αιώνας μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βραχύς. Σίγουρα όμως υπήρξε αντιφατικός και συγκρουσιακός. Λίγοι, εξάλλου, αμφιβάλλουν ότι η ουσιαστική απαρχή του συμπίπτει με την έναρξη της πρώτης κυβερνητικής θητείας του Βενιζέλου και βέβαια με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1911 ως συμβολικό σημείο τομής.
Ως προς τη λήξη του 20ού αιώνα στην πολιτική και κυβερνητική ιστορία του τόπου οι γνώμες διίστανται. Άλλοι την τοποθετούν στα 1996, άλλοι στα 2004 και για άλλους, υποθέτω αριθμητικά λιγότερους, ο κύκλος της μεταπολίτευσης δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι καλύτερες εποχές είναι εκείνες στις οποίες τα πράγματα κλυδωνίζονται και δοκιμάζονται από κρίσεις· γιατί κάτι καινούριο μπορεί ίσως τότε να δημιουργηθεί. Όπερ έδει δείξαι.
Πάντως η έναρξη της ιστορικής πορείας του ζοφερού 20ού αιώνα συνάπτεται ουσιαστικά με το έργο και τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Βενιζέλος από το 1911 και μετά σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής του τόπου, περιλαμβανομένης της διοίκησης και της διακυβέρνησης που αποτελεί το ειδικότερο αντικείμενο της παρούσας εισήγησης.
Τέσσερις είναι οι επιμέρους τομείς ή μεταρρυθμιστικοί άξονες, όπου μπορούν να εντοπισθούν και να ταξινομηθούν οι σχετικές μεταβολές:
α) η αναδιοργάνωση του κυβερνητικού μηχανισμού με τη σύσταση ιδίως νέων υπουργείων και την ανασυγκρότηση των παλαιοτέρων,
β) η ανασύσταση του συστήματος της περιφερειακής οργάνωσης του κράτους με τη συγκρότηση ιδίως των Γενικών Διοικήσεων σε ορισμένες περιοχές της χώρας,
γ) η ανασυγκρότηση των θεσμών της τοπικής αυτοδιοίκησης με την ανασύσταση των Κοινοτήτων και τη διάσπαση των μεγάλων Δήμων,
δ) η πρόβλεψη της αρχής της μονιμότητας της απασχόλησης των δημοσίων υπαλλήλων και η σύνδεση της εφαρμογής της με την επανίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως του απαραίτητου εγγυητικού θεσμού.
Στη συνέχεια θα αναφερθώ, συνοπτικά, σε αυτές τις κρίσιμες μεταρρυθμιστικές τομές της βενιζελικής περιόδου. Τομές που εγκαινιάστηκαν με την από μέρους του Βενιζέλου ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας το 1910 και τη συνταγματική αναθεώρηση που ολοκληρώθηκε την αμέσως επόμενη χρονιά. Βασική επιδίωξη του Βενιζέλου στάθηκε η κατοχύρωση του κράτους δικαίου και η αποτελεσματικότερη οργάνωση της κρατικής εξουσίας, ώστε να εξυγιανθεί η πολιτική ζωή του τόπου.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι επιπλέον του Συντάγματος, την ίδια περίοδο θεσπίστηκαν πάνω από 300 νόμοι και διατάγματα που συγκρότησαν ένα νομοθετικό έργο μεγάλης εμβέλειας. Αυτό συνέτεινε αποφασιστικά στον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό και την ανανέωση του θεσμικού οπλοστασίου της λειτουργίας του κράτους και της δημόσιας διοίκησης στη χώρα.
ΙΙΙ
Τα νέα υπουργεία
Ως συνέπεια της νέας αντίληψης για τις λειτουργίες του κράτους, που αναμενόταν να διαδραματίσει πιο ενεργό και όχι παθητικό ρόλο στα δημόσια πράγματα και τις εξελίξεις, αλλά και της πεποίθησης του Βενιζέλου για ισχυρή και αποτελεσματική διακυβέρνηση, γρήγορα συνειδητοποιήθηκε ότι ο κυβερνητικός μηχανισμός των 7 κλασσικών υπουργείων, που έμενε αναλλοίωτος από το 1833, δεν επαρκούσε πλέον. Αλλά ότι έπρεπε να ανασυγκροτηθεί, ώστε να μπορέσει η χώρα να αντιμετωπίσει με τρόπο αποτελεσματικό τις νέες προκλήσεις της διακυβέρνησης.
Δεν ολιγώρησε, λοιπόν, ο Βενιζέλος ως λαοπρόβλητος Πρωθυπουργός της Χώρας πλέον, μετά τις διπλές εκλογές του 1910 να συστήσει το 8ο υπουργείο που ερχόταν να προστεθεί στον κατάλογο των επτά κλασσικών υπουργείων (Εξωτερικών, Εσωτερικών, Οικονομίας, Δικαιοσύνης, Εκπαίδευσης και Εκκλησιαστικών Υποθέσεων, Στρατιωτικών και Ναυτικών). Αυτό ήταν το Υπουργείο Γεωργίας σε μια χώρα με εκτενή πρωτογενή τομέα, ενώ λίγο μόλις καιρό πριν είχαν σημειωθεί εκτενείς, όσο και θανατηφόρες, αγροτικές κινητοποιήσεις στο Κιλελέρ (Μάρτιος 1910).
Αξίζει, εν τούτοις, να σημειωθεί ότι στην πραγματικότητα το Υπουργείο Γεωργίας είχε θεσπιστεί (με τον νόμο ΓΨΚΔ/1910) από την προηγηθείσα του Βενιζέλου κυβέρνηση του Στέφανου Δραγούμη. Αλλά ο νόμος αυτός εφαρμόστηκε από την πρώτη κυβέρνηση του Βενιζέλου και πρώτος Υπουργός Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας διορίστηκε στις αρχές Ιανουαρίου 1911 ο Εμμανουήλ Μπενάκης. Λίγους μήνες αργότερα στον ίδιο χρόνο το Υπουργείο αυτό μετονομάσθηκε σε Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Εξάλλου, λίγα χρόνια αργότερα, το 1917, θα διχοτομηθεί με την απόσχιση από αυτό ως ξεχωριστού Υπουργείου αυτού της Γεωργίας και των Δημοσίων Κτημάτων.
Ενδιαμέσως, το 1914 συστήθηκε ως ξεχωριστό Υπουργείο της Συγκοινωνίας, τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε αργότερα (το 1917) και άσκησε επί τριετία (έως το 1920) ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Είναι προφανές ότι η σύσταση αυτού του Υπουργείου με αρμοδιότητα τις μεταφορές και τις επικοινωνίες στη χώρα, αλλά και τα αναγκαία έργα υποδομής, αποτελούσε απόρροια των νέων συνθηκών που διαμορφώνονταν στην επικράτεια μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Αξίζει συναφώς να σημειωθεί ότι στο διάστημα λίγων μόνο χρόνων ο πληθυσμός και η έκταση της χώρας είχαν υπερδιπλασιασθεί. Έτσι, από τα 63.211 τετραγωνικά χιλιόμετρα που διέθετε η χώρα το 1912 έφτασε μέσα σε μια πενταετία στα 130.200 τ.χ. Ενώ ο πληθυσμός των 2.631.950 κατοίκων το 1907 εκτινάχθηκε στα 5.100.000 το 1920.
Παραπάνω από προφανή καθίστανται θαρρώ τα προβλήματα στοιχειώδους συνοχής και εναρμόνισης που αντιμετώπιζε η χώρα την περίοδο εκείνη, χώρια από τις πολιτικές συγκρούσεις και διαφωνίες για τις οποίες θα γίνει λόγος αργότερα. Επρόκειτο για προκλήσεις μεγάλων διαστάσεων που ο κυβερνητικός μηχανισμός εκαλείτο να ανταποκριθεί.
Αξιοσημείωτη στάθηκε η σύσταση την περίοδο εκείνη, αρκετά έγκαιρα μάλιστα, το 1913, της Στατιστικής Υπηρεσίας, η συγκρότηση του προσωπικού της, καθώς και τα συναφή ζητήματα οργάνωσης των αρμοδιοτήτων της. Τέλος, την ίδια περίοδο της πρώτης κυβερνητικής θητείας του Βενιζέλου αναδιοργανώθηκαν με νέους πιο σύγχρονους οργανισμούς των κεντρικών υπηρεσιών τους τα απολύτως νευραλγικά Υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών. Συνάμα εκσυγχρονίσθηκαν στο μέτρο του δυνατού το 1914 οι αποκεντρωμένες υπηρεσίες του κράτους με τον σχετικό νόμο «περί των καθηκόντων των νομαρχών και της υπηρεσίας αυτών».
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ήδη το 1910 είχε με σχετικό ψήφισμα προβλεφθεί η σύσταση θέσεων υφυπουργών στα υπουργεία, για να ενισχύουν τους υπουργούς στο έργο τους, ενώ είχε επέλθει και η μερική πολιτικοποίηση των θέσεων των Γενικών Γραμματέων των υπουργείων με τον διορισμό πολιτικών προσώπων στις θέσεις αυτές, που έως τότε κατείχαν μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Σημειώθηκε, εξάλλου, η αποσύνδεση του πρωθυπουργικού αξιώματος από την άσκηση επιμέρους υπουργικών καθηκόντων. Πράγμα που ήταν δηλωτικό της ήδη αισθητής τάσης για ανάδειξη του πρωτεύοντος ρόλου και της δεσπόζουσας θέσης του Πρωθυπουργού έναντι των υπουργών. Ο Βενιζέλος ήταν οπαδός της αντίληψης περί primus solus ως προς τον ρόλο και τη φύση των καθηκόντων του Πρωθυπουργού. Ο ρόλος και οι προκλήσεις του Κυβερνήτη που με τη λαϊκή συναίνεση ή εντολή αναλαμβάνει το δύσκολο έργο της διακυβέρνησης του τόπου με τη βοήθεια και τη συνδρομή των συνεργατών του ήταν κάτι που όχι μόνο ταιριάζει στην πολιτική φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα του Βενιζέλου, αλλά με το έργο του έδειξε ότι αποτελούσε και αναγκαιότητα της πολιτικής ζωής στη χώρα την περίοδο εκείνη.
IV
Γενικές Διοικήσεις
Εκτός από τα όργανα και τους θεσμούς της κεντρικής διοίκησης του κράτους, οι προκλήσεις της διακυβέρνησης και ιδίως η ανάγκη της στοιχειώδους συνοχής στη χώρα απαιτούσαν την ανασύνταξη των δομών της περιφερειακής διοίκησης του κράτους. Ενός κράτους, η εδαφική έκταση και ο πληθυσμός του οποίου αυξανόταν ραγδαία μέρα με τη μέρα, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ο Βενιζέλος ανταποκρίθηκε κάπως εσπευσμένα στην ανάγκη αυτή με τη σύσταση του θεσμού των Γενικών Διοικήσεων στις «Νέες Χώρες», δηλαδή στις περιοχές που ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό μετά τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους. Έτσι με σχετικούς νόμους του 1913 και του 1914 (νόμος 524) συστάθηκαν Γενικές Διοικήσεις ως 2ος βαθμός αποκέντρωσης της διοίκησης στις Νέες Χώρες με γενική αρμοδιότητα και ευθύνη την άσκηση όλης «της διοικητικής εξουσίας πλην των αναγομένων εις τα έργα του στρατού» στην Κρήτη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του Αιγαίου.
Στο πλαίσιο των Γενικών Διοικήσεων εξακολουθούσαν να υφίστανται νομαρχίες, ως πρώτη βαθμίδα αποκέντρωσης, αλλά και δήμοι και κοινότητες, ως βαθμίδα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όμως, οι Γενικές Διοικήσεις και οι Διοικητές που διορίζονταν ελεύθερα από την κυβέρνηση με εξουσίες ισοδύναμες των υπουργών συγκέντρωναν στα χέρια τους αποφασιστική ισχύ και αρμοδιότητες για την ανώτατη διοίκηση των νέων περιοχών. Η πρόκληση συνοχής και ενσωμάτωσης των νέων περιοχών και των πληθυσμών τους στο πολιτικό σύστημα της χώρας δεν επέτρεπε στον ρεαλισμό του Βενιζέλου να εμπιστευθεί τους χαλαρότερους θεσμούς της πρωτοβάθμιας αποκέντρωσης (νομαρχία) και της τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμοι – κοινότητες) για τη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων. Ιδίως η ομοιόμορφη κατά το δυνατόν εφαρμογή του δικαίου αλλά και της εκπαίδευσης των πληθυσμών υπαγόρευαν μια συγκεντρωτική λογική -και ο Βενιζέλος δεν δίστασε να την υιοθετήσει. Έστω και αν με τον τρόπο αυτόν περιπλεκόταν κάπως το σύστημα της διοικητικής αποκέντρωσης, που θα είχε δυο βαθμίδες στη μισή Ελλάδα και μια στην άλλη μισή (την παλαιά Ελλάδα). Παρά ταύτα ο θεσμός επιβίωσε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο καθ’ όλη την περίοδο του μεσοπολέμου, για να καταργηθεί οριστικά το 1955 με την ανασυγκρότηση των νομαρχιών ως της κρίσιμης και μόνης βαθμίδας διοικητικής αποκέντρωσης στη χώρα με δέσμη κρίσιμων και αποφασιστικών αρμοδιοτήτων.
V
Αναβίωση των κοινοτήτων
Στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης ο Βενιζέλος τάχθηκε ευθύς εξαρχής με την έλευσή του στην εθνική πολιτική σκηνή κατά των μεγάλων δήμων, που ήταν έως τότε η πραγματικότητα στις επαρχίες. Ο λόγος ήταν η υπερβολική εξουσία που ασκούσαν οι δήμαρχοι, οι οποίοι ως τοπάρχες ή τοπικοί φεουδάρχες ήταν σε θέση να επηρεάζουν αποφασιστικά τις εξελίξεις, μεταξύ αυτών και την εκλογή των βουλευτών.
Σε ομιλία του στη Λάρισα τον Νοέμβριο του 1910 ο Βενιζέλος ανήγγειλε ότι «η κυβέρνησις της ανορθώσεως», δηλαδή η δική του, «θέλει επιδιώξει την εξυγίανση της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».
Όπως είναι γνωστό, οι προεπαναστατικές κοινότητες είχαν καταργηθεί επί αντιβασιλείας το 1833. Στη θέση τους ιδρύθηκαν δύο νέοι θεσμοί της περιφερειακής διοίκησης του κράτους, οι νομοί και οι δήμοι. Η κυβέρνηση Βενιζέλου με αρμόδιο Υπουργό Εσωτερικών τον Εμμανουήλ Ρέπουλη θέσπισε το νόμο ΔΝΖ του 1912, σύμφωνα με τον οποίο αναβίωσαν οι κοινότητες ως ισότιμη προς τους δήμους βαθμίδα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δήμοι θα αποτελούσαν οι πρωτεύουσες των νομών και οι πόλεις με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων, ενώ κοινότητες οι συνοικισμοί με 300 τουλάχιστον κατοίκους, εφόσον υφίστατο δημοτικό σχολείο.
Είναι προφανές ότι οι κοινότητες προέκυψαν από τη διάσπαση των μεγάλων έως τότε δήμων. Αξίζει συνεπώς να σημειωθεί ότι το 1910 οι δήμοι αριθμούσαν περί τους 450, ενώ λίγο μόλις καιρό μετά οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμοι και κοινότητες μαζί) έφθαναν τους 6.000 περίπου.
Με τη σύσταση των νέων θεσμών της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης είναι βέβαιο ότι αφαιρέθηκε εξουσία από τους δημάρχους. Επίσης, η διοίκηση βρέθηκε πιο κοντά στον πολίτη. Το ζήτημα είναι εάν μέσα από τον κατακερματισμό και την πολυδιάσπαση ενισχύθηκε και η αποτελεσματικότητα της διοίκησης. Πράγμα πολύ αμφίβολο, ιδίως για τις κοινότητες.
Τελικά αυτές επιβίωσαν ως τα τέλη του 20ού αιώνα, οπότε με τον νόμο 2539/1997, κατ’ εφαρμογή του σχεδίου Καποδίστριας επί κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη και με Υπουργό Εσωτερικών τον Αλέξανδρο Παπαδόπουλο, οι κοινότητες περιθωριοποιήθηκαν από το σύστημα της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης (από 5.500 περίπου περιορίσθηκαν στις 135).
Παρά την πρόβλεψη, συνεπώς, του Βενιζέλου ότι οι κοινότητες αποτελούν το φυσικό κύτταρο της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι μετέπειτα εξελίξεις στο δημογραφικό πεδίο, τις συγκοινωνίες και ιδίως στο φαινόμενο του εξαστισμού και της οργάνωσης της υπαίθρου, τις οδήγησαν σε ιστορική περιθωριοποίηση.
VI
Μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων –
Σύσταση Συμβουλίου της Επικρατείας
Η τέταρτη και πιο κρίσιμη μεταρρυθμιστική τομή αυτής της περιόδου είχε να κάνει με την επανίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας και τη συνταγματική εγγύηση για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Υπαλλήλων που θα προσλαμβάνονται με βάση τα προσόντα και την επαγγελματική τους αξία.
Αξίζει, συναφώς, να σημειωθεί ότι το Σύνταγμα του 1864, που επρόκειτο να αναθεωρηθεί για πρώτη φορά μετά από 50 περίπου χρόνια από τον Βενιζέλο το 1911, ελάμβανε πρόνοια για τη σύνταξη «νόμου κανονίζοντος τα προσόντα εν γένει των υπαλλήλων» του κράτους. Προέβλεπε δε η σχετική συνταγματική διάταξη του άρθρου 102 ότι ο σχετικός νόμος θα έπρεπε να εκδοθεί εντός της πρώτης βουλευτικής περιόδου.
Όμως ο νόμος αυτός ποτέ δεν καταρτίστηκε ούτε εκδόθηκε ίσως γιατί στην ίδια διάταξη του ως άνω άρθρου γινόταν επίσης μνεία για την έκδοση νόμου «περί ικανοποιήσεως των αγωνιστών της Επαναστάσεως του 1821». Φαντάζεται κανείς ότι οι γόνοι ή μάλλον οι απόγονοι των αγωνιστών εκείνων δεν θα διεκδικούσαν θέσεις και διορισμούς στο δημόσιο απλά και μόνο με αυτή την ιδιότητα, του απογόνου των αγωνιστών; Είχε εξάλλου καταργηθεί ήδη από το Σύνταγμα του 1844 η αξιοκρατική ρήτρα ως προς τη στελέχωση των δημοσίων υπηρεσιών, που προέβλεπαν τα Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου (1822, 1823, 1827). Μια ρήτρα που όριζε ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα ίσης πρόσβασης στα δημόσια αξιώματα και τις θέσεις, αλλά με κριτήριο το μέτρο της προσωπικής (επαγγελματικής) τους αξίας: «δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου»!
Η κατάργηση από το συνταγματικό κείμενο του 1844 της αξιοκρατικής ρήτρας για τη στελέχωση των θέσεων του κρατικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με τη διενέργεια περιοδικών, ανά τριετία ή και συχνότερα, βουλευτικών εκλογών για την ανάδειξη πολιτικού προσωπικού είχε ως έμμεση συνέπεια και παρενέργεια αφ’ ενός την πληθωρική στελέχωση του κράτους, αφ’ ετέρου δε την επιλογή των υπαλλήλων όχι με αξιοκρατικά αλλά πελατειακά κριτήρια (πολιτικής φιλίας, συγγένειας, εντοπιότητας, κ.λπ.).
Στα χρόνια που ακολούθησαν και παρά την απόπειρα του Χαριλάου Τρικούπη να εισαγάγει κάποια αξιοκρατικά κριτήρια στη στελέχωση ορισμένων δημοσίων υπηρεσιών (λ.χ. στο Υπουργείο Εξωτερικών, στα δικαστήρια, στο σώμα των πολιτικών μηχανικών αλλά και των τηλεγραφικών υπαλλήλων), το φαινόμενο της πελατειακής ανακύκλωσης των υπαλλήλων προσέλαβε τεράστιες διαστάσεις και οδήγησε στο σύνδρομο της ‘πλατείας Κλαυθμώνος’: κάθε φορά που άλλαζαν οι κυβερνήσεις να απολύονται οι δημόσιοι υπάλληλοι, για να επαναπροσληφθούν με την επόμενη κυβέρνηση, κ.ο.κ.
Στη νοσηρή αυτή κατάσταση για τα πολιτικά ήθη αλλά και για την ποιότητα της διοίκησης επιχείρησε να βάλει ένα τέλος ο Βενιζέλος με τη συνταγματική μεταρρύθμιση του 1911. Έτσι η σχετική διάταξη του άρθρου 102 του Συντάγματος προέβλεψε τρία αλληλένδετα στοιχεία του νέου συστήματος:
α) τα προσόντα των διοικητικών εν γένει υπαλλήλων, τα οποία θα προσδιορίζονταν στη συνέχεια ειδικότερα με νόμο,
β) τη μονιμότητα των υπαλλήλων σε οργανικές θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών,
γ) τη σύσταση Υπηρεσιακών Συμβουλίων απαρτιζομένων κατά τα δύο τρίτα εκ μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ως αρμόδιων και γνήσιων ανεξάρτητων αρχών για την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων,
δ) την επανίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως εγγυητικού θεσμού εφαρμογής της ρήτρας της μονιμότητας (και εμμέσως της αξιοκρατίας) των δημοσίων υπαλλήλων.
Όπως είναι γνωστό, το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε συσταθεί το 1835 από τον Όθωνα, κατά το υπόδειγμα του γαλλικού Conseil d’État. Λειτούργησε τότε ως υποκατάστατο της απουσίας γνήσιων αντιπροσωπευτικών θεσμών, ένα είδος «συγκλήτου», όπως ανέφερε κάποτε ο Μιχαήλ Στασινόπουλος.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας καταργήθηκε με την επανάσταση του Σεπτεμβρίου 1843 (σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος του 1844), μια και είχε επικριθεί ως θεσμός συνδεδεμένος με την απολυταρχική διακυβέρνηση της πρώτης οθωνικής περιόδου. Μετά την έξωση του Όθωνα, προβλέφθηκε εκ νέου η σύστασή του στο Σύνταγμα του 1864 (άρθρα 83 επ.), αλλά δεν τελεσφόρησε και καταργήθηκε ξανά έναν χρόνο αργότερα, το 1865.
Στο πλαίσιο αυτό ήταν πραγματικά ιστορική η πρωτοβουλία του Βενιζέλου να επανασυστήσει, κυριολεκτικά να ‘επανιδρύσει’ το Συμβούλιο της Επικρατείας με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1911. Προβλέφθηκε, έτσι, στο άρθρο 82 ότι ο νέος θεσμός θα ήταν ιδίως αρμόδιος για:
α) την επεξεργασία προτάσεων νόμων και κανονιστικών διαταγμάτων, ώστε να πάψουν να έχουν εκτρωματική μορφή, να βρίθουν από ετερόκλητες διατάξεις και να δίνουν την εικόνα ότι οι βουλευτές μετατρέπονται, όπως έγραφε γλαφυρά ο Ν.Ι. Σαρίπολος σε «ρακιοσυρραπτάδας αντί νομοθετών»,
β) να λειτουργεί ως διοικητικό δικαστήριο εκδικάζοντας την αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεων της διοίκησης για λόγους νομιμότητας. Έτσι θα εγκαθιδρύετο το κράτος δικαίου και θα περιοριζόταν η κρατική αυθαιρεσία, όπως σχεδίαζε ο Βενιζέλος,
γ) να λειτουργεί, τέλος, ως εγγυητής της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ασκώντας πειθαρχική εξουσία σε αυτούς και μεριμνώντας τόσο για την αξιοκρατική στελέχωση των υπηρεσιών όσο και για την αποφυγή αυθαιρέτων διώξεων των υπαλλήλων.
Το νέο σύστημα, παρά την άψογη σχεδίαση και συνταγματική κατάστρωσή του, δεν ευδόκησε ωστόσο να λειτουργήσει άμεσα στην πράξη. Και τούτο διότι το εκτελεστικό διάταγμα για την έναρξη της λειτουργίας του θεσμού, που προέβλεπε ο σχετικός νόμος 290 του 1914, ουδέποτε εκδόθηκε, λόγω των πολιτικών εξελίξεων που μεσολάβησαν. Εξελίξεων που προσέλαβαν ακραίο χαρακτήρα. Η κατάσταση της δημόσιας διοίκησης επιδεινώθηκε πολύ εξαιτίας του διχασμού και της έναρξης νέου πιο σκληρού από άλλοτε κύκλου διωγμών των εκάστοτε αντιφρονούντων. Ήδη το 1917 ανεστάλη και τυπικά η ισχύς κάθε διάταξης του Συντάγματος που αφορούσε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στη χώρα. Η εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών (στρατιωτικών, δικαστικών και διοικητικών) προσέλαβε τότε μαζικές διαστάσεις.
Τελικά το Συμβούλιο Επικρατείας, η ύπαρξη του οποίου προβλήθηκε ξανά στο Σύνταγμα του 1927 (άρθρο 102) με μεγαλύτερη έμφαση στη δικαιοδοτική του πλέον αρμοδιότητα (με την αφαίρεση της αρμοδιότητας για επεξεργασία των νόμων), ευδόκησε επιτέλους να εγκαινιάσει τη λειτουργία του τον Μάιο 1929 επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου και πάλι με βάση τον νόμο 3713 του 1928. Αποτέλεσε δε, κατά την εκτίμησή μου, τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση που έλαβε χώρα στο κράτος κατά τον 20ο αιώνα.
VII
Συμπέρασμα
Η περίοδος της ομαλής εφαρμογής του Συντάγματος του 1911 υπήρξε πράγματι βραχεία: από το 1911 έως το 1915. Μάλιστα το τελευταίο έτος, 1914-15, υπήρξε το ευτυχέστερο ίσως από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους. Νίκες στους βαλκανικούς πολέμους, υπερδιπλασιασμός του εδάφους και του πληθυσμού στη χώρα, ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος, νέοι θεσμοί και ένας ανανεωτικός αέρας, ένα κλίμα δημιουργίας να πνέει πάνω και μέσα σε αυτήν.
Όμως δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου επρόκειτο να πυροδοτήσει ακραίες πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα. Οι κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες του τόπου, Πρωθυπουργός (Ελ. Βενιζέλος) και Βασιλιάς (Κωνσταντίνος Α΄), δεν μπόρεσαν να βρουν κοινό τόπο συνεννόησης για την πορεία της χώρας. Αντίθετα οι διαφορές πολώθηκαν επικίνδυνα οδηγώντας τη χώρα στον διχασμό.
Ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος χαρακτήρας του Συντάγματος του 1911, αν δεν κατεστράφη ολοσχερώς, πάντως έβγαινε σοβαρά λαβωμένος μέσα από την πυρά της οξύτατης πολιτικής αντιπαράθεσης. «Το ξέρω πως η Ελλάδα κακοδιοικήθηκε», θα ομολογήσει ο Βενιζέλος μετά τις εκλογές του 1920. Όμως πολλοί από τους θεσμούς που εισήγαγε στην πολιτική και διοικητική πραγματικότητα του τόπου ρίζωσαν και απέδωσαν καρπούς. Με κορυφαίο εξ αυτών το Συμβούλιο της Επικρατείας που λειτούργησε ως εγγυητής του κράτους δικαίου και της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.
Δικαιώνεται, έτσι, μια προφητική ρήση του Βενιζέλου κατά την έναρξη της λειτουργίας του θεσμού στις 17 Μαΐου 1929. Ευχόταν τότε και προέβλεπε ότι η πράξη αυτή θα αποτελέσει «σταθμόν ιστορικόν, τον ιστορικότερον ίσως θεσμόν της ζωής μας από αιώνος». Χάρις στη δική του τόλμη και πρωτοβουλία να επανιδρύσει τον θεσμό το 1911.
VIII
Παράρτημα
Επ’ εσχάτοις έχουν εγερθεί κάποιες αμφισβητήσεις τόσο για τον θεσμό της μονιμότητας, όσο και για αυτόν της αξιοκρατίας.
Ξεκινώντας από το δεύτερο ζήτημα, είναι ίσως γνωστό ότι ένας από τους διασημότερους και πλέον επιδραστικούς πολιτικούς φιλοσόφους στην εποχή μας, ο καθηγητής Michael Sandel, που διδάσκει στο Harvard, κυκλοφόρησε προσφάτως μια μελέτη του υπό τον τίτλο ‘The Tyranny of Merit’, ήτοι ‘η τυραννία της αξιοκρατίας’. Το επιχείρημά του, υπό μια μάλιστα ‘αριστερή’ οπτική γωνία είναι ότι η ‘αξιοκρατία’, όπως αυτή προβάλλεται και γίνεται αντιληπτή στις ΗΠΑ, αντιστρατεύεται την ισότητα, άρα εν τέλει και την ίδια τη δημοκρατία. Οι μεγάλες οικονομικές ανισότητες που σημειώνονται στην Αμερική, λόγω και της φύσεως του καπιταλιστικού συστήματος που επικρατεί εκεί, επιφέρουν και πολιτική ανισότητα, η οποία αποτελεί το θεμελιώδες στοιχείο και γνώρισμα της δημοκρατίας· για τούτο και η αρχική της ονομασία στην αρχαία Ελλάδα ήταν ‘ισοκρατία’, ήτοι ισότητα όλων των πολιτών. Βέβαια, η ένταση και η αντινομία μεταξύ πολιτικής και οικονομικής ισότητας ή μάλλον ανισότητας ήταν γνωστή και στις δημοκρατίες της ελληνικής αρχαιότητας. Θεωρείτο, όμως, ότι η οικονομική ανισότητα (ήτοι, ο υλικός πλούτος), που φυσικά υπήρχε, καρπωνόταν από μικρή μερίδα του πληθυσμού, καθότι λίγοι είχαν και έχουν τα πολλά χρήματα. Αλλά η πολιτική ισότητα των πολλών (του δήμου) λειτουργούσε εξισορροπητικά. Μπορεί λίγοι να έχουν τα πολλά και πολλοί από λίγα στο σύστημα της ελεύθερης οικονομίας, που επιτρέπει τη συσσώρευση του πλούτου, αλλά η ισχύς του πλήθους των πολιτών στην πολιτική και την κοινωνική σφαίρα μεριάζει την οικονομική ανισότητα και δεν εμποδίζει τη λειτουργία της δημοκρατίας. Εξάλλου, οι εύποροι επιβαρύνονταν και με ένα είδος αυξημένης φορολογίας, τις λεγόμενες ‘χορηγίες’, που επίσης επενεργούσε διορθωτικά ως προς τις οικονομικές ανισότητεςΣτη σύγχρονη, επίσης, εποχή, μάλιστα στην Ευρωπαϊκή παράδοση του ‘κοινωνικού κράτους δικαίου’, που αναγνωρίζεται και στο άρθρο 25 του Συντάγματος, προβλέπεται η υψηλότερη φορολογία των μεγαλύτερων εισοδημάτων και του πλούτου. Πολλοί δε ισχυρίζονται (όπως, φερ’ ειπείν ο Γάλλος οικονομολόγος Thomas Picketty) ότι η συμβολή των ευποροτέρων πολιτών μπορεί και πρέπει να γίνει ακόμα μεγαλύτερη.
Αφήνοντας κατά μέρος το μάλλον άγονο ζήτημα αν η οικονομική ανισότητα προέρχεται από την μεγαλύτερη ικανότητα, τύχη ή κληρονομία, και δεδομένης της πρακτικής να φορολογείται περισσότερο, ερωτάται εάν η αξιότητα ή αξιοκρατία θα πρέπει να εξοβελιστεί από τα επιμέρους συστήματα ή θεσμούς της σύγχρονης πολιτείας, όπου απαιτείται ο επαγγελματισμός (professionalism), η εξειδίκευση και η τεχνογνωσία· φερ’ ειπείν στα δικαστήρια, στα πανεπιστήμια, στα ερευνητικά κέντρα, στην τέχνη και την τεχνολογία. Μήπως σε τέτοιους οργανισμούς προέχει η επαγγελματική, επιστημονική εξειδίκευση και τεχνοκρατία ως ουσιώδης όρος και συνθήκη της λειτουργίας τους; Ο κυβερνήτης ενός σκάφους, ο δικαστής, ο καθηγητής, ο ερευνητής ή ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να επιλέγεται κατά τύχη αδιακρίτως μεταξύ των ισότιμων κατά άλλα πολιτών, διαφορετικά το σύστημα δεν θα λειτουργήσει – το αεροπλάνο δεν θα πετάξει, το δικαστήριο δεν θα αποφασίσει κατά τρόπο έγκυρο, η γνώση δεν θα καλλιεργηθεί, κ.ο.κ. Γενικώς, ίση αξία έχουν όλοι οι άνθρωποι, για τούτο και τα δικαιώματα ανήκουν σε όλους και όλες εξίσου, απλώς και μόνο λόγω της ιδιότητας τους ως έλλογων όντων. Ειδική, όμως, επαγγελματική καταλληλότητα, εξειδίκευση και ικανότητα επιτέλεσης ορισμένων καθηκόντων σε αντίστοιχους οργανισμούς διαθέτουν εκείνοι ή εκείνες που έχουν συστηματικά εκπαιδευτεί, προετοιμαστεί και ασκηθεί.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αυλών που αναφέρει στα Πολιτικά του (3ο βιβλίο) ο Αριστοτέλης· ο αυλός θα πρέπει να δοθεί σ’ εκείνον που γνωρίζει πώς να τον χρησιμοποιεί σύμφωνα με τη φύση και τη λειτουργία του – ως μουσικό όργανο και όχι ως παιχνίδι ή εργαλείο: «δει δε τω κατά το έργον υπερέχοντι διδόναι και των οργάνων την υπεροχήν» (1282 b 34). Αλλά και κατά μια πιο σύγχρονη διατύπωση, που ήδη αναφέρθηκε, αυτήν του 6ου άρθρου του πρώτου Ελληνικού Συντάγματος του 1822, «όλοι οι Έλληνες εις όλα τα αξιώματα και τας τιμάς έχουσι το αυτό δικαίωμα· δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου». Τουτέστιν, όλοι και όλες είμαστε ίσοι, αλλά προκειμένου για τα ειδικά όργανα και τους θεσμούς της πολιτείας που απαιτείται η ειδική γνώση και παιδεία, η πρόσβαση δεν μπορεί παρά να γίνει σύμφωνα με την αρχή της αξιοκρατίας.Κοντολογίς, η αξιότητα ή αξιοκρατία είναι απολύτως απαραίτητη συνθήκη για την ομαλή λειτουργία της δημόσιας διοίκησης στο σύγχρονο κράτος. Για τούτο και προτείνω εδώ και καιρό τη ρητή και πανηγυρική αναγνώρισή της στο Σύνταγμα (άρθρο 103), κατά το υπόδειγμα των συνταγματικών κειμένων της επαναστατικής περιόδου. Η διατύπωση ως έχει τώρα είναι ισχνή και ελλειπτική. Πληρέστερη είναι αυτή του Υπαλληλικού Κώδικα, η οποία και θα μπορούσε να προσλάβει και το κύρος συνταγματικής περιωπής. Ορθόν είναι, βέβαια, και εδώ θα συμφωνήσω με το πνεύμα του Sandel, ότι η έννοια και η αρχή της αξιότητας πρέπει να εκφέρεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σεμνότητα και μετριοπάθεια, με διακριτική και ήπια φωνή, όχι με αλαζονεία, προβολή και μεγαλαυχία. Αλλά και με ένα αίσθημα υπευθυνότητας για διακρίσεις και προνόμια, που άλλοι δεν είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν.
Εν συμπεράσματι, αξιοκρατία δεν σημαίνει ούτε συνεπάγεται κανενός είδους αριστοκρατία, ούτε καθολική υπεροχή σε όλα. Ο Σωκράτης αποφεύγοντας την ύβρη της παντογνωσίας και της γενικής ανωτερότητας συνήθιζε να λέει ‘ουκ οίδα’, δεν γνωρίζω. Η αξιοκρατία αποτελεί ένα είδος ‘οικειοπραγίας’, θα διευκρίνιζε ο Πλάτων, ήτοι ειδική γνώση και καταλληλότητα για ορισμένα πράγματα και όχι για άλλα, και επ’ ουδενί για όλα. Οι άξιοι δεν είναι καθολικά ‘άριστοι’, αλλά μόνο για ορισμένα καθήκοντα και έργα, για τα οποία έχουν αποκτήσει ανάλογη ικανότητα μετά από άσκηση, πειθαρχία και ιδίως σεμνότητα.
Ως προς το ζήτημα της κατάργησης ή αναστολής του θεσμού της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, που εγέρθηκε προσφάτως και υποτίθεται θα συμπεριληφθεί στην προσεχή αναθεώρηση, υπάρχουν αρκετές και εύλογες επιφυλάξεις. Αν, μάλιστα, η άρση της μονιμότητας in toto συνοδευτεί και με την απουσία της αξιοκρατικής εγγύησης, οδηγούμεθα ολοταχώς προς τα πίσω, στα δρώμενα επί της πλατείας του Κλαυθμώνος. Αντί αυτών των αναχρονιστικών και διόλου θεραπευτικών της διοικήσεως μέτρων, εκείνο που χρειάζεται είναι ο συνδυασμός και η ισόρροπη εναρμόνιση της σταθερότητας ή μονιμότητας της απασχόλησης των υπαλλήλων με την αξιοκρατική και μόνο στελέχωση και εξέλιξή τους. Πολλώ δε μάλλον που η μια αρχή δεν ευδοκιμεί δίχως την άλλη – ούτε η μονιμότητα είναι ορθή άνευ αξιοκρατίας, διότι ερείδεται στην ευνοιοκρατία και τις πελατειακές σχέσεις, ούτε η αξιοκρατία δίχως μονιμότητα, διότι οδηγεί σε διαφυγή και απώλεια στελεχών.Η χαμηλή παραγωγικότητα των δημοσίων υπηρεσιών σε κάποιες περιπτώσεις δεν μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στην αδράνεια και την παθητικότητα ή τον εφησυχασμό των στελεχών εξ αιτίας της μονιμότητάς τους. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως οφείλεται και στην απουσία αξιοκρατίας είτε αρχικής είτε επιγενόμενης. Αλλά και στην έλλειψη διοικητικής ή διευθυντικής ικανότητας (management) από πολιτικούς, διοικητές ή προϊσταμένους, η επαγγελματική, αξιοκρατική επάρκεια των οποίων συχνότατα είναι χαμηλού επιπέδου, αλλά καλύπτεται από την πολιτική ή ιδεολογική τους διαθεσιμότητα στους εκάστοτε κυβερνώντες. Το υπαρκτό, ενίοτε, πρόβλημα της παθολογίας στη δημόσια διοίκηση δεν αντιμετωπίζεται με την άρση της συνταγματικής εγγύησης της μονιμότητας της απασχόλησης για όλους, αλλά με άλλα μέτρα τα οποία ήδη υφίστανται και προβλέπονται στον Υπαλληλικό Κώδικα. Ειδικότερα και εντελώς ενδεικτικά, στο άρθρο 107 του Κώδικα υπάρχει πρόβλεψη για 23 πειθαρχικά παραπτώματα των υπαλλήλων, επί των οποίων μπορούν να επιβληθούν 6 ποινές (περιλαμβανομένης της προσωρινής ή και οριστικής παύσης) από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα (άρθρο 116 επ.), επί των αποφάσεων των οποίων χωρεί προσφυγή στο Συμβούλιο Επικρατείας. Αυτό είναι το σύστημα που οργανώθηκε αρχικά με τη συνταγματική τομή του 1911 και εξελίχθηκε κατόπιν σταδιακά. Δεν πιστεύω πως μια μεταρρύθμιση τόσο πολύ συνδεδεμένη με την ιστορική παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, αλλά και αντικειμενικά ορθή σε γενικές γραμμές, είναι ορθό σήμερα να ακυρωθεί με πρόσχημα κάποια επιχειρήματα, που δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Αν πρόκειται δε να γίνει μια συνταγματική τροποποίηση των σχετικών διατάξεων, θα πρότεινα, εν πρώτοις, τη ρητή και πανηγυρική αναγνώριση και διασφάλιση στον συνταγματικό χάρτη της αξιοκρατικής αρχής για το σύνολο της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων· την περαιτέρω ενίσχυση του ΑΣΕΠ για την εγγύηση της εφαρμογής της κατά μήκος και πλάτος της δημόσιας υπαλληλίας· την αποπολιτικοποίηση των ανώτερων βαθμίδων της διοίκησης, και την αποκατάσταση της στοιχειώδους ιεραρχίας των βαθμών και των βαθμίδων στη δημόσια υπηρεσία. Κατά τη γνώμη μου εκεί και σε αυτά πάσχουμε, και όχι σε άλλα, που μπορεί να εντυπωσιάζουν κάποιους, αλλά θα προξενήσουν μεγαλύτερο κακό παρά καλό. ‘Ιώμενος μείζον το νόσημα ποιώ’, όπως λεγόταν στην αρχαιότητα, αλλά και τώρα – ‘η θεραπεία αποδείχθηκε χειρότερη από την ασθένεια’. Ας τα αποφύγουμε αυτά.
ΙΧ
Υστερόγραφο
Στην εισαγωγή αναφέρθηκα και σε ένα ζήτημα το οποίο έχει προσωπικό χαρακτήρα και αποκαλύπτεται δημοσία για πρώτη φορά. Τούτο έχει ως εξής. Ο παππούς μου, Αντώνιος Μακρυδημήτρης του Ιωάννη, που γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1871, υπήρξε ακραιφνής οπαδός του Ελευθερίου Βενιζέλου και μέλος της Λέσχης Φιλελευθέρων. Έχω δε εγώ ο ίδιος δει και κρατήσει στα χέρια μου τηλεγράφημα από τον εθνικό ηγέτη, το οποίο έχει ως εξής: «Οικονόμου, Ηλιόπουλον, Μακρυδημήτρην και λοιπούς Φιλευθέρους, θερμώς ευχαριστώ. Ελευθέριος Βενιζέλος». Το τηλεγράφημα αυτό, πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο, μου επιδείχθηκε κάποτε προς τριακονταπενταετίας, περίπου, στην πατρογονική εστία του παππού στο Επιτάλιον Ηλείας, την πάλι ποτέ Αγουλινίτσα. Βρισκόμουν εκεί για να συνοδεύσω στην τελευταία της κατοικία στενό συγγενή του πατέρα μου, την αδελφή του. Το περίφημο τηλεγράφημα επιδείχθηκε σ’ εμένα με υπερηφάνεια από τον μικρότερο γιό του παππού, στην κατοχή του οποίου είχε περιέλθει, όπως και η πατρική κατοικία. Στη διακριτική ερώτησή μου εάν το τηλεγράφημα θα παρέμενε πάντοτε εκεί, η απάντηση ήταν ότι αποτελούσε ιστορικό κειμήλιο και η θέση του ήταν στο σαλόνι του παππού. Φυσικά, αρνήθηκα να ζητήσω ή να δεχθώ κάποιο αντίγραφο ή φωτοτυπία, αλλά το κείμενο εντυπώθηκε στη μνήμη μου καταλεπτώς. Ο παππούς, του οποίου το όνομα έχω κληρονομήσει, αλλά ουδέν άλλο ενθύμημα ή στοιχείο, υπήρξε επιφανής πολίτης στην περιοχή του, ένα είδους τοπικού προκρίτου ή προεστού. Ήταν έμπορος και δια βίου ‘βενιζελικός’. Ας σημειώσω, επίσης, ότι ο παππούς, τον οποίο εγώ δεν γνώρισα, καθότι απεβίωσε σε ηλικία 82 ετών τρία χρόνια προτού γεννηθώ εγώ, ήταν εγγονός του αγωνιστή της Επανάστασης του ’21, τοπικού πολεμάρχου Αντώνη Μακρυδημήτρη του Διονυσίου, γνωστού και ως ‘Μπασαντώνη’, δηλαδή καπετάν Αντώνη, λόγω της ευτολμίας, της γενναιότητας και της ευστοχίας του στις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο ‘Μπασαντώνης’ ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη και πολέμησε 70 μήνες από τους 80 περίπου που κράτησε ο εθνικο-απελευθερωτικός αγώνας. Το δεκάμηνο της απουσίας του οφειλόταν σε ασθένειες ή τραυματισμούς. Οι διασωθείσες μαρτυρίες κάνουν λόγο για αγωνιστή με ήθος, αλλά και φρόνηση. Εγγονός του Μπασαντώνη’ ή Αντώνη Μακρυδημήτρη (με την ορθή πάντα ορθογραφία του δευτέρου φωνήεντος του επωνύμου, ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνος, που ανιχνεύονται οι πρώτες αναφορές) υπήρξε ο παππούς μου. Ήταν ο δευτερότοκος γιός του δεύτερου γιού του καπετάν Αντώνη. Ασχολήθηκε δε με το εμπόριο, αλλά και την πολιτική σε τοπικό επίπεδο. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, και Πρόεδρος του Γεωργικού Συνεταιρισμού, όπως και του Ταμείο Εκπαιδευτικής Προνοίας.Παρότι στην περιοχή της Ολυμπίας κυριαρχούσαν οι βασιλικοί, ο παππούς ευθύς εξαρχής προσχώρησε ανοιχτά στο κίνημα των Φιλελευθέρων, που εγκαινίασε ο εθνάρχης με την ανάληψη της πρωθυπουργίας στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Μολονότι οι πολιτικές του επιλογές και πεποιθήσεις θα είχαν αναμφισβητήτως οικονομικές συνέπειες και κόστος στο επάγγελμά του, ο εγγονός του καπετάν Αντώνη ή ‘Μπασαντώνη’ δεν δίστασε να τις υπερασπιστεί και ουδέποτε κάμφθηκε έως το τέλος της ζωής του, κατά σαφείς οικογενειακές μαρτυρίες. Η αφοσίωσή του στον ‘βενιζελισμό’ και το πρόγραμμα του κοινωνικο-πολιτικού φιλελευθερισμού, αλλά και η ενεργός δράση του για την προώθησή του στην περιοχή, προφανώς, εξηγούν την αποστολή του τηλεγραφήματος από τον εθνικό ηγέτη. Δεν συγκρατώ την ακριβή ημερομηνία του εγγράφου, αλλά εικάζω ότι θα πρέπει να ήταν την περίοδο ενάρξεως του εθνικού διχασμού με την ένταση των εκδηλώσεων του κινήματος των Επιστράτων, που τρομοκρατούσαν την περιοχή. Οι προβεβλημένοι ‘βενιζελικοί’ μειοψηφούσαν εκεί και προκειμένου να τους ενισχύσει ψυχικά και να αναγνωρίσει τη συμβολή τους ο εθνάρχης απέστειλε το πολύτιμο για την οικογένειά μας τηλεγράφημα.Εκτιμώ, ωστόσο, ότι και δίχως το πρωθυπουργικό τηλεγράφημα ο παππούς ουδόλως θα πτοούνταν, ούτε θα κλονιζόταν κατ’ ελάχιστον η αφοσίωσή του στον ‘βενιζελισμό’ και τον Φιλελευθερισμό. Ως ανεκδοτολογική δε μαρτυρία αναφέρω ενδεικτικά την ονομασία του πατέρα μου, που ήταν και ο αγαπημένος του γιός. Στον πρώτο γιό του έδωσε, κατά την οικογενειακή παράδοση, το όνομα του δικού του πατέρα, Ιωάννης. Στον δεύτερο, τον πατέρα μου, που γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1917, δύο μήνες μετά την εκ νέου ανάρρηση του Βενιζέλου στην πρωθυπουργία όλης της Χώρας, ο παππούς έδωσε δύο ονόματα: Παναγής – Σοφοκλής. Το πρώτο ήταν αυτό του αδελφού του Παναγή, προώρως θανόντος στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής· το δεύτερο ουδέποτε είχε εμφανιστεί στο αρκετά μακρύ οικογενειακό δέντρο, όπου απαντούν πολύ συχνά τα ανδρικά ονόματα Αντώνιος, βεβαίως, αλλά και Διονύσιος, Ιωάννης, Γεώργιος, Κωνσταντίνος, Αθανάσιος, Δημήτριος, Παναγής. Εικάζω ότι ο παππούς, ακριβώς τότε που μεσουρανούσε εκ νέου ο αγαπημένος του εθνικός ηγέτης στο πολιτικό στερέωμα της Χώρας θέλησε να δείξει εμπράκτως την αφοσίωση και τον θαυμασμό του. Το έκανε δε κατά τρόπο πλάγιο και διακριτικό. Ονόμασε τον δευτερότοκο γιό του όπως ακριβώς ο εθνάρχης τον δικό του (Σοφοκλή), προτάσσοντας και το όνομα Παναγής. Στην ενέργεια αυτή προφανώς συνέπραξε και ο ανάδοχος ή μάλλον η ανάδοχος του βαπτιζομένου, καθότι ήταν γυναίκα – η κυρία Ρίνα Σόλ. Σμυρνιώτου. Ιδού ένας άλλος νεοτερισμός του παππού. Φανατικός ‘βενιζελικός’, θα έλεγε κανείς. Αλλά και άνθρωπος ευφυής, θα προσέθετα. ‘Res ipsa loquitur’, όπως θα έλεγαν και οι Λατίνοι νομικοί. ‘Το πράγμα μιλά από μόνο του’. Τον πατέρα μου, στον οποίο είχε αδυναμία, αποκαλούσε ‘Παναγή μου, παιδάκι μου’, αλλά και ‘Σοφούλη’. Η δεύτερη ονομασία επικράτησε και στα λοιπά μέλη της οικογενείας, στα αδέλφια του, λόγου χάριν, που όλα τον αποκαλούσαν έτσι. Το ‘Σοφούλης’ είναι υποκοριστικό του Σοφοκλής· ορθόν. Έλα, όμως, που Σοφούλης, ακριβέστερα Θεμιστοκλής Σοφούλης, λεγόταν ο τότε Πρόεδρος της Βουλής, κορυφαίο στέλεχος των Φιλελευθέρων, και διανοούμενος καθηγητής. Είχε προβεί, μάλιστα, παλαιότερα και σε ανασκαφές στην περιοχή. Δεν γνωρίζω αν συνδεόταν κάπως μαζί του ο παππούς, χωρίς να το αποκλείω, δεδομένης της κοινωνική του θέσης και της φιλομάθειάς του. Τον φαντάζομαι, ωστόσο, να απευθύνεται με φιλοπαίγμονα διάθεση και λεπτή ειρωνεία στους πολιτικούς του αντιπάλους, λέγοντας – αδίκως με κατηγορείτε για φανατικό ‘βενιζελικό’· δεν ονόμασα το παιδί μου ‘Ελευθέριο’, όπως θα αναμένατε, αλλά απλώς Σοφοκλή, και το αποκαλώ Σοφούλη. Τι το μεμπτόν;
Μακρηγόρησα, αλλά ο χώρος και το πνεύμα που τον διαπερνά με επηρέασαν. Ας προσθέσω, ωστόσο, επιτροχάδην κάτι ακόμα. Παρά την ευφυία και τη λεπτότητα του χαρακτήρα του παππού, δεν απέφυγε τις ατυχίες. Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, διώχθηκε απηνώς από τους ‘βασιλικούς’. Μάλιστα, εγκλωβίστηκε στο κατάστημά του επί τριήμερον περίπου λιθοβολούμενος και καθυβριζόμενος. Εκείνος υπέμενε καρτερικά. Αλλά η πρώτη του σύζυγος και γιαγιά μου δεν άντεξε την ψυχολογική πίεση, φοβούμενη για τη ζωή και την αρτιμέλειά του. Υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και απεβίωσε. Οι διώκτες και πολιορκητές του τον απελευθέρωσαν, μόλις μαθεύτηκε το θλιβερό συμβάν, και του επέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι του για τα περαιτέρω. Αστικής ανατροφής ο ίδιος, ως άνδρας της εποχής εκείνης (και όχι όπως εμείς), αδυνατώντας να φροντίσει άμεσα ο ίδιος τα τρία ανήλικα τέκνα του, μετ’ ολίγον ξαναπαντρεύτηκε, έκανε ακόμα τέσσερα παιδιά, ενώ η οικονομική του κατάσταση έλαβε την κατιούσα. Τα τέκνα του από τον πρώτο γάμο, απομακρύνθηκαν συν τω χρόνω από την οικογενειακή εστία, ανήλθαν στην πρωτεύουσα και ακολούθησαν διαφορετικά επαγγέλματα. Ο παππούς παρέμεινε έως το τέλος πιστός στις φιλελεύθερες ιδέες του, αρνούμενος συν τοις άλλοις να ζητήσει οιαδήποτε συνδρομή ή αντάλλαγμα για τον ‘βενιζελισμό’ του επ’ ωφελεία του ιδίου ή των τέκνων του. Η πολιτική ιδεολογία και η αφοσίωσή του στον εθνάρχη ήταν για εκείνον ζήτημα τιμής και αρχών. Μολονότι διατυπώνονταν στο οικογενειακό περιβάλλον κατά καιρούς υπαινιγμοί ότι ο ακραιφνής ‘βενιζελισμός’ του παππού έβλαψε, εν τέλει, τα τέκνα του, κατά την μεταπολεμική περίοδο, ο πατέρας μου ουδέποτε συμμερίστηκε αυτή την εκτίμηση. Απλώς, λίγο προτού αποβιώσει και ο ίδιος στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα και παρατηρώντας, διακριτικά, κάποιες δικές μου δραστηριότητες, θυμάμαι να λέγει μειδιώντας – ‘πρόσεχε, μην ασχοληθείς με την πολιτική’. Στην ερώτησή μου, ποιος ο λόγος, απαντούσε στον ίδιο τόνο, με ελαφρά ειρωνική χροιά στη φωνή του, όπως και ο πατέρας του υποθέτω, ‘διότι θα αποτύχεις’. Στην επόμενη δική μου ερώτηση, πώς το προεξοφλείς αυτό, αποκρινόταν υπαινικτικά, ‘γιατί είσαι έντιμος άνθρωπος’. Κατόπιν χαμογελούσε πλατύτερα και άλλαζε θέμα συζητήσεως.
Κατά βάση εννοούσε ότι η πολιτική, η αυθεντική πολιτική είναι ζήτημα έλλογων αρχών, κοινωνικών αξιών και ιδεών, αλλά και ηθικών πεποιθήσεων· όχι, πάντως, συμφεροντολογίας ή υλιστικών ωφελημάτων. Καταλάβαινε ότι κατανοούσα και ότι στο βάθος υπήρχε μεταξύ μας συνεννόηση επ’ αυτού και συναίνεση – κατά το παράδειγμα του πατέρα του και του προπάππου.
Ενδεικτική βασική βιβλιογραφία
Βενιζέλος Ελ. (2000), Τρεις Αγορεύσεις, εκδ. Ευρασία, Αθήνα.
Κλαμαρής Ν. – Ν. Παπαδής, επιμ. (2003), Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως Νομικός, Η συμβολή του στη διαμόρφωση του Ελληνικού Δικαίου. Συνέδριο στα Χανιά, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.
Μακρυδημήτρης Αντ. (1997), Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος, 1828-1997, εκδ. Ι. Σιδέρη, Αθήνα.
Μακρυδημήτρης Αντ. – Μ.-Ηλ. Πραβίτα (2012), Δημόσια Διοίκηση, Στοιχεία διοικητικής οργάνωσης, ε΄ έκδοση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη.
Στασινόπουλος Μ.Δ. (1968), «Το σχέδιον ‘μετριασμένης μοναρχίας’ και αι ‘προσυνταγματικαί’ προτάσεις του Μαυροκορδάτου (1891). Μια σελίς από την πολιτικήν ιστορίαν της νεώτερης Ελλάδος», Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμ. 12, 225-259, 337-368.
Τσίρος Ν. (2000), Κράτος, Εξουσία, Κοινοβουλευτικό Σύστημα σε θεσμική και πολιτική κρίση, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η λειτουργία του πολιτεύματος την περίοδο 1914-1920, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.
Hobsbawm Eric (1994), Age of Extremes, The short Twentieth Century, 1911-1991, Μ. Joseph, London.
Papadopoulou Olga (1992), Les Garanties du Fonctionnaire dans la Constitution Hellénique, LGDJ, Paris.
